Vagenas dimitris

Vagenas dimitris

Share

my novels and stories. story teller

14/11/2024

Ένα βιβλίο που δεν πρέπει να χάσετε. Επτά ιστορίες οι περισσότερες βασισμένες σε αληθινά βιώματά μου. Δείτε τη. Άποψη της κυρίας
Θεώνης Κωνσταντοπούλου.

ΟΙΚΑΔΕ
ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΒΑΓΕΝΆΣ
ΕΝ. Α. Σ.

Η άποψή μου

Το " ΟΙΚΑΔΕ " είναι ένα ακόμη βιβλίο του κ. Δημήτρη Βαγενά, το οποίο μου κράτησε πολύ καλή συντροφιά για λίγες ώρες. Και λέω λίγες γιατί πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί!! Πρόκειται για μια συλλογή με ιστορίες που επικεντρώνονται στην ανθρώπινη φύση και το οποίο πραγματικά αδυνατούσα ν' αφήσω από τα χέρια μου!

Εφτά ιστορίες που προσφέρουν απλόχερα στον αναγνώστη στιγμές αγωνίας με τις αλλεπάλληλες ανατροπές τους ,αλλά και δυνατά κύματα καθαρού τρόμου...

ΟΙΚΑΔΕ
Αυτός είναι ο τίτλος της πρώτης ιστορίας του ομώνυμου βιβλίου.
Τι σημαίνει όμως αυτή η λέξη;
Παρμένη από τα αρχαία ελληνικά η σημασία της είναι " προς το σπίτι, προς την πατρίδα ".
Η ηρωίδα αυτής της ιστορίας είναι η Κατερίνα, μια γυναίκα 38 ετών που διαπρέπει στο εξωτερικό. Η περιέργειά της να μάθει τι έχει να της αποκαλύψει ο ετοιμοθάνατος θείος της, αλλά μια κρυφή λαχτάρα να ξαναδεί τον τόπο της οδηγούν τα βήματά της. Έτσι γυρίζει στο σπίτι της μετά από 20 χρόνια. Εκεί όμως θα βρεθεί στη δίνη μιας κρυφής βεντέτας που κρατά πάνω από 60 χρόνια.
Ποιους πρέπει να φοβάται;
Ποιοι είναι αυτοί που απειλούν τη ζωή της και γιατί;
Τι κρύβεται στα σκοτάδια του παρελθόντος της οικογένειάς της της;
Η αλήθεια είναι πάντα επώδυνη, θα την αντέξει;

ΠΛΑΣΤΟΣ ΘΆΝΑΤΟΣ
Ο Κώστας είναι ένα ακόμη θύμα της οικονομικής κρίσης. Οι δόσεις στην τράπεζα έχουν καθυστερήσει μήνες τώρα. Η Εφορία, οι πληρωμές του προσωπικού και των προμηθευτών έχουν δέσει θηλιά στον λαιμό του.
Μην βλέποντας άλλον δρόμο να χαράζεται μπροστά του, θ' αναγκαστεί να δανειστεί χρήματα από την Ρωσική μαφία...χρήματα που δεν μπορεί να επιστρέψει...
Μόνο ένας....θάνατος μπορεί να τον σώσει από τους διώκτες του..
Είναι έτοιμος να πεθάνει για να γλιτώσει;

ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΈΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟ
Μια ιστορία ή οποία όπως μας ενημερώνει ο συγγραφέας βασίζεται σε πραγματικά του βιώματα.
Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 70, σ' ένα μικρό παραλιακό χωριό της Ηπείρου περνούν τις καλοκαιρινές διακοπές τους δύο αδέρφια από την Γερμανία, ο Μάρκο και η Βίπκε.
Ο έρωτας αλλά και πολλά ένοχα μυστικά θα καθορίσουν τις ζωές τους...

Η ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΆΛΗ
Μια αληθινή ιστορία ενός Έλληνα μετανάστη στην Νέα Υόρκη του 1909.
Πώς μπορεί το όνειρο για μια καλύτερη ζωή να μετατραπεί σε εφιάλτη;
Πώς αισθάνεται κάνεις όταν βλέπει τα όνειρά του να γκρεμίζονται;
Ως πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος για να διατηρήσει τα οποία κεκτημένα του;
Υπάρχει λύτρωση ύστερα από ανομολόγητες πράξεις;

Η ΈΜΠΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΕΙΤΕ
Ο Παύλος Θεοδώρου μετά από χρόνια αδιάκοπου συγγραφικού οίστρου, με αρκετές επιτυχίες στο ενεργητικό του, βιώνει την απευκτεα σε όλους τους συγγραφείς " έλλειψη έμπνευσης ".
Τα χρονικά περιθώρια για την παράδοση του επόμενου βιβλίου του στενεύουν επικίνδυνα, αλλά εκείνος δεν έχει καταφέρει να γράψει ούτε μια πρόταση...
Όταν μπαίνει στη ζωή του μια πανέμορφη γυναίκα και φανατική του θαυμάστρια, η Ελένη Χαλκιοπούλου, όλα θ' ανατραπούν...
Η πόρτα της κόλασης έχει ανοίξει για τα καλά κι εκείνος βαδίζει με αργά και σταθερά βήματα στο κατώφλι της...

ΤΟ ΚΥΝΉΓΙ ΤΗΣ ΝΙΌΤΗΣ
Η Άντζελα και η Καίτη είναι φίλες. Ο χρόνος όμως έχει σταματήσει ν' αφήνει τα σημάδια του στην πρώτη. Η Καίτη αδημονεί να μάθει το μυστικό της...
Πώς καταφέρνει η Άντζελα να παραμένει νέα κι όμορφη;
Υπάρχει τελικά το περιβόητο ελιξίριο νεότητας;

ΤΟ " ΣΠΙΤΙ" ΤΗΣ, Η " ΦΥΛΑΚΗ" ΤΗΣ
Η Τζένη Αυλωνίτη, 39 ετών, είναι μια πολύ επιτυχημένη δικηγόρος. Οι υποθέσεις που αναλαμβάνει της χαρίζουν απλόχερα μεγάλο κέρδος και μια πολυτελή ζωή.
Μια μέρα που ξυπνά κι ετοιμάζεται να πάει στο δικαστήριο, θα βρεθεί παγιδευμένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Κάποιος πρέπει να της κάνει ένα φρικτό αστείο. Ή μήπως όχι;
Ποιός ζητά απεγνωσμένα εκδίκηση για πράξεις που έγιναν στο παρελθόν;
Τι ρόλο έπαιξε η Τζένη;
Γιατί τόσο μίσος;
Τελικά μπορούμε να ξεφύγουμε από το παρελθόν μας ή θα μας στοιχειώνει για πάντα;

Πρόκειται για ένα βιβλίο μέσω του οποίου ο συγγραφέας προσεγγίζει πολλά θέματα. Ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να δει τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τις οικογενειακές σχέσεις, πού μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο η απόγνωσή του, αλλά και η ματαιοδοξία του καθώς και πόσο μπορούν να επηρεάσουν κάποιον οι δύσκολες διαπροσωπικές σχέσεις που βίωσε στο παρελθόν...

08/10/2024

Μετά από τρία χρόνια πάλι στο γράψιμο τελειώνοντας προς το παρόν, πρώτα απ' όλα αυτό που το περιμένετε πολλοί.

16/12/2023

Συνέχεια στο διήγημα «Το πλοίο των ψυχών», που γράφτηκε σε συνεργασία με την ΧΡΥΣΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ και εμπεριέχεται στην συλλογή τρόμου «Η πιο σκούρα απόχρωση του σκοταδιού»
© Vagenas Dimitris 2016 ISBN:978-960-93823-6

Δ.

Είχε νωρίτερα καλέσει ελικόπτερο για να πάρει τον
επιζώντα του ψαράδικου. Έβαλε εμπρός τις δυο μηχανές του
σκάφους και ετοιμάστηκε να απομακρυνθεί από το διαβολικό
φορτηγό που είχε ήδη πάρει δέκα οχτώ ζωές. Όμως κάτι δεν
άφηνε το σκάφος να κινηθεί. Βγήκε έξω για να δει τι
συνέβαινε και αντίκρισε το πιο περίεργο θέαμα που είχε δει
στην ζωή του μέχρι τότε. Το σκουριασμένο μέταλλο του
φορτηγού είχε μεταμορφωθεί σε ένα γυαλιστερό σκούρο καφέ
υλικό γεμάτο μικρά μυτερά εξογκώματα. Μερικά απ’ αυτά
είχαν τρυπήσει το πλάι του περιπολικού και το κρατούσαν
‘δεμένο’ με το πρώην φορτηγό. Πήρε ένα τσεκούρι από το
πλάι της πόρτας που οδηγούσε στο αμπάρι και χτύπησε με όλη
του την δύναμη την βάση του εξογκώματος σε μια προσπάθεια
να τα κόψει ένα, ένα και να ξαναποκτήσει τον έλεγχο του
σκάφους. Το κιτρινωπό υγρό που πετάχτηκε από το κόψιμο
έπεσε πάνω στο μέταλλο του τσεκουριού που σε δευτερόλεπτα
έλιωσε. Ευλογώντας την τύχη του που δεν έπεσαν κάποιες
στάλες από δαύτο επάνω του, διέταξε τους εναπομείναντες
τρεις ναύτες του και τον νεαρό ψαρά να μπουν σε μια σωστική
λέμβο και να απομακρυνθούν από το σκάφος.
«Έχω ειδοποιήσει και έρχεται ελικόπτερο να σας
παραλάβει», τους εξήγησε.
«Και σεις κύριε;», ρώτησε ο αρχικελευστής μηχανικός
Τζόνσον, «ποιος ο λόγος να μείνετε πίσω;»
«Σαν κυβερνήτης πια του σκάφους πρέπει να μείνω
εδώ, μέχρι να βουλιάξει, ή να διασωθεί. Αυτό απαιτεί η
παράδοση του ναυτικού μας»
Η φωνή από τον ασύρματο και ο θόρυβος του
κινητήρα που ακούστηκε ταυτόχρονα πάνω από τα κεφάλια
τους, διέκοψε την συζήτηση τους. «Έλα Άιλαντ1335, όλα
καλά; δεν βλέπω το πρόβλημα ποιο είναι. Δεν αναφέρατε
μηχανικό πρόβλημα, έτσι δεν είναι;» άκουσαν τον πιλότο να
ρωτάει.
«Το πρόβλημα είναι το αρχαίο φορτηγό, ή ό,τι σκατά
είναι αυτό δίπλα μας», προσπάθησε να του εξηγήσει ο
Μπέιντεν.
«Ποιο φορτηγό μου λες; μόνο εσείς και το
σκουριασμένο ψαράδικο φαίνεστε από εδώ που κοιτάζω. Το
ίδιο δείχνει και το ραντάρ μου. Μόνο εσάς τους δυο».
«Πλησιάστε με το ελικόπτερο να παραλάβετε
τέσσερις διασωθέντες, είναι δύσκολο να εξηγήσω αυτό που
συμβαίνει βρισκόμαστε σε άμεσο κίνδυνο. Πλησιάστε τη
λέμβο», είπε ο Μπέιντεν μην μπορώντας να διατηρήσει την
ψυχραιμία του. Αυτό που έβλεπε να γίνεται μπροστά στα μάτια
του ήταν τόσο απίστευτο σαν να ζούσε έναν εφιάλτη. Τα
κατάρτια του πλοίου είχαν εξαφανιστεί και τη θέση τους είχαν
πάρει δύο γιγάντιες νηματοειδείς κεραίες, ενώ η πρύμνη
μετατράπηκε σε ένα τεράστιο κεντρί. Το γυαλιστερό καφέ
σκούρο σκαρί του τώρα στηριζόταν σε χοντρά αραχνοειδή
πόδια. Το ελικόπτερο στο μεταξύ πλησίασε τη σωστική λέμβο
και κατέβασε ένα σύρμα που τελείωνε σε μια μεταλλική
καρέκλα. Έτσι θα μπορούσε να ανεβάσει έναν, έναν τους
διασωθέντες. Πλησίασε ακόμα πιο πολύ για να παραλάβει
πρώτο τον ψαρά, ο οποίος φαινόταν να βρίσκεται σε
κατάσταση σοκ. Τότε ήταν που αντίκρισαν για πρώτη φορά 'το
πλοίο'.
Ο πιλότος σαστισμένος είπε στον ψαρά να βιαστεί γιατί
έπρεπε να φύγουν άμεσα. Ο ψαράς προσπάθησε να ανέβει στο
κάθισμα, αλλά εκείνη τη στιγμή η μία κεραία του πλοίου
τυλίχτηκε απάνω του, σαν ένα τεράστιο μαστίγιο. Ο πιλότος
άρχισε να ανεβάζει το ελικόπτερο σε μια προσπάθεια να
απεγκλωβίσει τον άνθρωπο. Τότε ήταν που το κεντρί της
πρύμνης έσπασε το τζάμι του ελικοπτέρου, άνοιξε σαν
δαγκάνα και γράπωσε τα μάγουλα του πιλότου φτύνοντας ένα
πρασινωπό δηλητήριο. Ο πιλότος δεν μπόρεσε ούτε να
ουρλιάξει αφού το σαγόνι του χωρίστηκε στα δύο με την κάτω
σιαγόνα να κρέμεται σαν κουρέλι από σάρκα και αίμα. Ο
ψαράς ακόμα κρεμόταν από το ελικόπτερο βρίσκοντας φρικτό
θάνατο αφού η κεραία του συνέτριψε όλα του τα κόκαλα, πριν
το ελικόπτερο ανατιναχτεί πάνω στην βάρκα με τους τρεις
ακτοφύλακες τελικά, με ένα εκκωφαντικό θόρυβο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

06/12/2023

Ακόμα μία συνέχεια στο διήγημα «Το πλοίο των ψυχών», που γράφτηκε σε συνεργασία με την ΧΡΥΣΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ και εμπεριέχεται στην συλλογή τρόμου «Η πιο σκούρα απόχρωση του σκοταδιού»
© Vagenas Dimitris 2016 ISBN:978-960-93823-6

Γ

«Καθαρό μυαλό φαντάζομαι και λίγη τύχη είναι η λύση. Ότι και αν γίνει εκεί πάνω, πότε μην χάσεις τον έλεγχο».
«Δηλαδή τι εννοείται; θα ξαναπάτε εκεί πάνω;»
«Φοβάσαι Μπέιντεν; τι φοβάσαι από ένα άδειο πλοίο; Πρέπει να βρω την κάμερα. Τα έχει καταγράψει όλα. Στιγμές ανείπωτης φρίκης. Θα πάρω και δύο άντρες από το πλήρωμα μαζί μου, αν υπακούσουν στις διαταγές μου όλα θα πάνε καλά. Εσείς εδώ το νου σας, έχετε τα μάτια σας και τα αυτιά σας ανοιχτά». Φώναξε απευθυνόμενος σε όλους ο Κάτερ, « Εσείς οι δύο ελάτε μαζί μου» είπε κοφτά. Ο Χάρολντ και ο Σμιθ κοιτάχτηκαν με αμηχανία.
«Φοβάστε μωρέ;» είπε ο Κάτερ με θυμό, «ένα σαπιοκάραβο είναι μόνο, πάρτε τα τουφέκια σας, μείνετε κοντά μου, ακολουθήστε τις διαταγές μου και κρατηθείτε ζωντανοί. Άφησα δυο τρελαμένους ναύτες εκεί πάνω, να είσαστε έτοιμοι αν χρειαστεί να ανοίξετε πυρ κατά βούληση».
Ο Χάρολντ ψιθύρισε στο αυτί του Σμιθ, «Αφού το παίζει τόσο μάγκας ο Κάτερ, γιατί δεν πάει μόνος του».
«Ακόμα δεν πήγαμε και τα έκανες πάνω σου 'Χάρριεντ';» του πέταξε ειρωνικά ο Σμιθ και τον άρπαξε ξαφνικά από το γιακά, «Άκουσε με καλά ναύτη του γλυκού νερού, ο Ρόμπερτ με είχε σώσει κάποτε από βέβαιο θάνατο. Του το χρωστάω, γι΄ αυτό ξέπλυνε το στόμα σου, πριν πεις οτιδήποτε για τον ...».
«Τι γίνεται εκεί;», φώναξε ο Κάτερ.
«Τίποτα αρχηγέ, ξεκινάμε, όλα υπό έλεγχο» είπε ο Σμιθ και προχώρησε προς το μέρος του.
«Τέρμα οι κουβέντες φορέστε αυτές τις στολές για προστασία, αυτή τη φορά θα είμαστε προετοιμασμένοι», πρόσταξε ο Κάτερ φορώντας τη δική του άσπρη στολή, γάντια και μάσκα που θα εμπόδιζαν κάτι τοξικό να τα διαπεράσει. Σε λίγα λεπτά ήταν έτοιμοι. Ο Σμιθ και Ρόμπερτ ανέβηκαν πρώτοι στο πλοίο. Ο Χάρολντ ακολούθησε με τον φόβο να του τρυπάει το στομάχι.
Ο Κάτερ δρασκέλισε την κουπαστή και γρήγορα έτρεξε να καλυφτεί πίσω από μια σκουριασμένη αλυσίδα που σχημάτιζε ένα μεγάλο σωρό. Ο Σμιθ έτρεξε πίσω του σημαδεύοντας προς την ανοιχτή πόρτα που ποιος ξέρει τι έκρυβε στο σκοτάδι της. Ο Χάρολντ ή Χάρριεντ επαλήθευσε το παρατσούκλι του (hurried = βιαστικός) που παρά το βάρος της άσπρης στολής προστασίας από χημικές ουσίες, βρέθηκε σε ελάχιστο χρόνο πίσω από το ανοιχτό φύλλο της πόρτας. Έριξε την χειροβομβίδα κρότου λάμψης στο εσωτερικό της και οι δυο άλλοι άνδρες πετάχτηκαν προς το φωτισμένο για λίγα δευτερόλεπτα σκοτάδι. Οι πυροβολισμοί που ρίχτηκαν, από μέσα δεν βρήκαν στόχο, σε αντίθεση με την ριπή του Σμιθ που πέτυχε τον τρελαμένο συνάδελφο του στο κεφάλι, σωριάζοντας τον νεκρό. Ο διάδρομος που φάνηκε μπροστά τους, φωτισμένος από τις δυνατές λάμπες στο κράνος της στολής τους, έμοιαζε πλημμυρισμένος από νερό σε ύψος περίπου είκοσι πόντων.
«Όσο φοράμε τις στεγανές στολές δεν θα έχουμε πρόβλημα. Μείνετε δίπλα μου, θα κατεβούμε στο κάτω κατάστρωμα για να πάρουμε από την καμπίνα του καπετάνιου το ημερολόγιο του πλοίου. Θα μας δώσει πολλές απαντήσεις για την προέλευση του και για το τι έχει συμβεί εδώ. Προσέξτε γιατί μπορεί να ζει ένας ακόμα από τους τρελούς. Απίθανο, αλλά ας έχουμε τον νου μας»
Κατέβηκαν τα σιδερένια σκαλιά και μόλις πάτησαν στο πάτωμα όλα γύρω άρχισαν να αλλάζουν. Τα τοιχώματα άρχισαν να παίρνουν κυρτή μορφή και να μοιάζουν σαν από ζωντανό ιστό. Το πάτωμα γέμισε με ένα κίτρινο υγρό που έδειχνε να 'τρώει' σιγά, σιγά το πλαστικό από τις ψηλές μπότες της στολής. Ο Χάρριεντ προσπάθησε να ανέβει πάλι στα σκαλιά, αλλά η σκάλα που κατέβηκαν πριν από ελάχιστα δευτερόλεπτα είχε εξαφανιστεί.
«Πρόσεξε», του φώναξαν οι άλλοι δυο. Ένα τεράστιο εκκρεμές είχε αρχίσει να κινείται μέσα στο μισοσκόταδο. Στο κάτω μέρος είχε μια τεράστια μεταλλική λάμα που χτύπησε τον Χάρριεντ στο πλάι. Όμως αντί να τον πετάξει κάτω, φάνηκε στα μάτια του Σμιθ σαν να πέρασε από μέσα του και να συνέχισε την κίνηση της απρόσκοπτα. Σαν να μην είχε συναντήσει ποτέ το σώμα του συναδέλφου του. Τότε το σώμα του Χάρριεντ άνοιξε στα δυο σαν καρπούζι. Το μισό πίσω κομμάτι έπεσε μέσα στο κίτρινο υγρό, ενώ το υπόλοιπο έμεινε για λίγο όρθιο, ραντίζοντας με αίμα τον χώρο γύρω του, πριν κυλίσει και αυτό στο υγρό. Οι φωνές φρίκης των δυο ανδρών ακούστηκαν μέσα στα ακουστικά της ενδοσυνεννόησης του Μπέιντεν. Μαζί και η φοβισμένη φωνή του Κάτερ. Ζητούσε από το Σμιθ να βρουν ένα στεγνό μέρος, μιας και οι μπότες του είχαν σχεδόν λιώσει.
Μπροστά τους τα κομμάτια του Χάρριεντ έλιωναν και αυτά σαν να είχαν πέσει σε οξύ.
«Φύγετε, είναι υγρά στομάχου. Είμαστε στην κοιλιά ενός τέρατος και μας χωνεύει. Για τ' όνομα του Θεού μικρέ, φύγετε να γλυτώσετε από αυτή την κόλαση».
Ήταν τα τελευταία λόγια του Κάτερ, πριν αρχίσουν και οι δυο να ουρλιάζουν, καθώς τα υγρά τους έλιωναν ζωντανούς. Όσες φορές και αν φώναξε στην ενδοεπικοινωνία ο Μπέιντεν απόκριση δεν πήρε.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

28/11/2023

Συνέχεια στο διήγημα «Το πλοίο των ψυχών», που γράφτηκε σε συνεργασία με την ΧΡΥΣΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ και εμπεριέχεται στην συλλογή τρόμου «Η πιο σκούρα απόχρωση του σκοταδιού»
© Vagenas Dimitris 2016 ISBN:978-960-93823-6

Β

Ο Χούλιο κάθισε στο κατάστρωμα και περίμενε, ενώ ένας ακαθόριστος φόβος τον κυρίευσε. Μία ώρα μετά και δεν είχε δώσει κανένας σημείο ζωής. Πήρε τα κιάλια και κοίταξε ερευνητικά το φορτηγό, δεν έβλεπε τίποτα, μόνο πως το καμάκι που είχε ρίξει ο Φιντέλ για να μπορέσει να κατεβάσει τη σκάλα έλειπε. Εκείνη την ώρα το περιπολικό της ακτοφυλακής πλησίασε. Ο Χούλιο εξήγησε με λίγα λόγια τι είχε γίνει. Τρεις άνδρες ανέβηκαν στο φορτηγό πλοίο. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν φρικιαστικό. Ο Ερνάλντο κοίταζε με το ένα μάτι αφού το άλλο ήταν μισοβγαλμένο. Ήταν καρφωμένος στο κατάστρωμα με το καμάκι μπηγμένο στο λαιμό του. Στην καμπίνα του καπετάνιου ο Φιντέλ βρισκόταν στο πάτωμα νεκρός με μια σιδερένια σφήνα καρφωμένη στο κεφάλι και χέρια, πόδια εξαρθρωμένα, στην προσπάθεια του να λυθεί από τα σκοινιά που τον κρατούσαν δέσμιο. Ο Ζαβιέρ απέναντί του καθιστός με λιωμένο το μισό κεφάλι πιθανόν από το σφυρί που ήταν πεταμένο παραδίπλα του. Οι άλλοι δύο στο αμπάρι δεν βρέθηκαν ποτέ. Το παλιό αμπάρι έμπαζε νερά. Το νερό όμως ήταν αναμεμειγμένο με φρέσκο αίμα και ένα σκισμένο μπλουζάκι που επέπλεε. Στο κάτω κατάστρωμα οι δύο άντρες βρέθηκαν κατακρεουργημένοι. Στα χέρια τους κρατούσαν ακόμα μαχαίρια και ήταν πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλον σε ένα θανατερό αγκάλιασμα. Η ασύρματη κάμερα που μετέδωσε όλη αυτή την φρίκη στην οθόνη του δέκτη στο περιπολικού, ξαφνικά διέκοψε την λειτουργία της. Όχι όμως πριν ακουστούν οι τρεις άνδρες της ακτοφυλακής που ήταν πάνω στο εγκαταλελειμμένο πλοίο, να βρίζονται και να καυγαδίζουν για τον «χρυσό».
Ο καπετάνιος του περιπολικού τύπου Island της US Coastguard, ο 49χρονος πλωτάρχης Ρόμπερτ Κάτερ δεν έχασε καιρό. Ανήσυχος για την μοίρα των ανδρών του διέταξε να οπλιστούν με τα ατομικά τους M-16 τουφέκια, έξι από τους άνδρες και να τον ακολουθήσουν. Ο ίδιος μπήκε επικεφαλής με την F-92 berreta των 9 mm στο χέρι. Άφησε πίσω στην θέση του κυβερνήτη τον νεαρό ανθυποπλοίαρχο Τζων Μπέιντεν και τους πέντε τελευταίους άνδρες του πληρώματος. Αυτοί είχαν ακροβολιστεί στα βαρέα όπλα του σκάφους. Ένα πολλαπλών κανών 25 mm πυροβόλο στην πλώρη και στα δυο 0,50΄΄ πολυβόλα στην μέση του σκάφους πίσω από το πιλοτήριο. Στραμμένα όλα προς το σάπιο φορτηγό, έτοιμα να ανοίξουν πυρά υποστήριξης, προς την μικρή ομάδα που μόλις επιβιβαζόταν. Γρήγορα βρέθηκαν δίπλα στην κάμερα που ακόμα κρατούσε ο ακέφαλος χειριστής της. Το κεφάλι του ήταν κάτω από μια καρέκλα στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Στην καρέκλα που καθόταν ατενίζοντας τους με τα νεκρά μάτια ο άλλος ακτοφύλακας με ένα σιδερένιο λοστό να του ανοίγει το στήθος στα δυο. Ο πλωτάρχης έδωσε την κάμερα σε έναν από τους άνδρες που την ξανάναψε και άρχισε να τραβά τους νεκρούς άνδρες. Ο τρίτος βρέθηκε μισός μέσα σε μια καμπίνα και ο υπόλοιπος μισός τρία μέτρα πιο κάτω στον διάδρομο. Όλοι αναρωτήθηκαν τι τον είχε κόψει στα δυο.
Ο ναύτης Γκρέυ ακούμπησε το χέρι του στην επιφάνεια ενός τραπεζιού, στην μέση της καμπίνας του καπετάνιου του φορτηγού. Βασικά του φάνηκε ότι το βρεγμένο και μουχλιασμένο τετράδιο στην άλλη του γωνία έμοιαζε με ημερολόγιο καραβιού. Ίσως μετά από τόσα χρόνια μάθαιναν τι είχε συμβεί στο, άγνωστων μέχρι στιγμής στοιχείων, παλιό φορτηγό. Το έπιασε και το πρότεινε στον πλωτάρχη, όταν είδε πίσω του το κουτί με τα σπάνιας ομορφιάς και αξίας πετράδια. Έπλεε στον αέρα και το τετράδιο του έπεσε από τα χέρια καθώς άπλωσε το σώμα του για να το φτάσει. Ο επόμενος ναύτης που έπιασε το μουχλιασμένο τετράδιο είδε τον σωρό με τα διαμάντια που έβαζε στην τσέπη του ένας άλλος ναύτης, αυτός με την κάμερα. Χωρίς δισταγμό τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Ακολούθησαν πυροβολισμοί και συμπλοκές, καθώς όλοι σχεδόν ακούμπησαν κάτι βρεγμένο μέσα στην καμπίνα. Μόνο ο πλωτάρχης δεν είχε ακουμπήσει τίποτα, αλλά τώρα είχε δύο από τους άνδρες του, τους τελευταίους διασωθέντες, να τον κοιτούν με μίσος. Στο θολωμένο τους μυαλό ο αξιωματικός τους ήθελε να τους κλέψει τους πολύτιμους λίθους και να φύγει μόνος του. Ο πλωτάρχης με τον τρόμο του θανάτου να του δίνει φτερά, έδωσε ένα πήδο πάνω από τα πτώματα και βρέθηκε στον διάδρομο με τις σφαίρες, από τα Μ-16 να μην καταφέρνουν να τον πετύχουν. Ο πλωτάρχης Κάτερ άρχισε να τρέχει χωρίς να σταματήσει πουθενά. Έφτασε στο πρώτο κατάστρωμα και λίγο έλειψε να πέσει πάνω στα πτώματα των αλληλοσκοτωμένων ψαράδων. Τόσα χρόνια στις θάλασσες ποτέ του δεν είχε αντικρίσει κάτι παρόμοιο! Κατάφερε και κατέβηκε από το πλοίο ενώ οι υπόλοιποι άντρες της ακτοφυλακής είχαν στραμμένα τα βλέμματα τους πάνω του. Ο νεαρός ανθυποπλοίαρχος Μπέιντεν τον πλησίασε ανήσυχος.
«Τι έγινε; γιατί είστε μόνος;»
«Όλοι είναι νεκροί, ή σχεδόν όλοι», είπε με μια υποψία τρελού χαμόγελου, «κάλεσε ενισχύσεις. Κάτι υπάρχει στο πλοίο, βρέθηκε ένα ημερολόγιο, αλλά δεν κατάφερα να το πιάσω στα χέρια μου. Οι άντρες μου τρελάθηκαν και άρχισαν οι πυροβολισμοί. Είμαι τυχερός που ξέφυγα. Όλα ξεκίνησαν όταν ήρθαν σε επαφή με το νερό. Κάτι υπάρχει στο νερό, ίσως κάποια τοξική ουσία, δεν ξέρω».
«Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Μπέιντεν και έτριψε το πηγούνι του, «εσείς πώς γλιτώσατε; αν υπάρχει κάτι τοξικό και σε τρελαίνει! Έπρεπε να ήσασταν ήδη νεκρός!»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
στην φωτό περιπολικό τύπου island

20/11/2023

Το διήγημα «Το πλοίο των ψυχών» γράφτηκε σε συνεργασία με την ΧΡΥΣΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ και εμπεριέχεται στην συλλογή τρόμου «Η πιο σκούρα απόχρωση του σκοταδιού»
© Vagenas Dimitris 2016 ISBN:978-960-93823-66

Α

«Χούλιο», φώναξε ο καπετάν Φιντέλ. Παρατσούκλι του μεσήλικα ιδιοκτήτη του σάπιου αλιευτικού «Havana III». Του το είχαν βγάλει οι Αμερικανοί ψαράδες, όταν εμφανίστηκε από το πουθενά, στο λιμάνι του Μαϊάμι τα τέλη της δεκαετίας του '80. Τότε το σκάφος ήταν καινούργιο, κατασκευασμένο στα ρωσικά ναυπηγεία της Κριμαίας. Δώρο του ρώσικου λαού στην 'αγωνιζόμενη, ενάντια στον αμερικανικό επεκτατισμό στην Καραϊβική', Κούβα. Από εκεί το έσκασε ο καπετάνιος μαζί με το πλήρωμα και τις οικογένειες τους ψάχνοντας μια πλούσια ζωή. Κανείς δεν θυμόταν το πραγματικό του όνομα, ίσως ούτε και ο ίδιος πια. Έτσι κοντά είκοσι επτά χρόνια τώρα, όλοι τον ήξεραν σαν καπετάν Φιντέλ.
«Χούλιο», του ξαναείπε, «τον νου σου, με αυτή την αντάρα. Να συμβουλεύεσαι το ραντάρ συνέχεια. Εγώ πάω πίσω να βοηθήσω να σηκώσουμε με το χέρι πια τα δίχτυα». Το ηλεκτρικό βαρούλκο είχε παραδώσει το πνεύμα αφήνοντας αμάζευτα αρκετά εκατοντάδες μέτρα από τα δίχτυα τους. Ή θα έπρεπε να τα κόψουν και να τα παρατήσουν, χάνοντας μια ολόκληρη περιουσία σε ψάρια και υλικά, ή να τα μαζέψουν με χειροκίνητο βαρούλκο μέτρο, μέτρο. Φυσικά και η οικονομική απώλεια δεν μπήκε καν σε συζήτηση. Μετά από μήνες «κακών» ψαρεμάτων, τούτη την φορά η σοδειά ήταν καλή και σχεδόν εκατό τα εκατό σε κόκκινο τόνο. Ο καπετάνιος υπολόγιζε πάνω από είκοσι τόνους ψάρι. Αρκετές χιλιάδες δολάρια, για να πληρωθούν οι μισθοί του πληρώματος αλλά και τα χρέη του Φιντέλ.
Έτσι είχαν πέσει όλοι με τα μούτρα στην ανάσυρση των βαρυφορτωμένων διχτυών, αφήνοντας την πλοήγηση του πλοίου στο νεαρό Χούλιο. Αυτός με πείρα μόνο λίγων ημερών στο τιμόνι του σκάφους έπρεπε να κρατήσει σταθερή πορεία ακολουθώντας τα κύματα, μέσα στην αντάρα και το πούσι της μίνι θύελλας που είχε ξεσπάσει γύρω τους.
Κάθε δυο λεπτά συμβουλευόταν την πυξίδα, αλλά και την οθόνη του αρχαίου ραντάρ. 'Ώρα ήταν', σκέφτηκε, 'να πέσουμε σε κάνα βράχο ή σε άλλο πλοίο'. Όταν λοιπόν εμφανίστηκε το τείχος από σκουριασμένη λαμαρίνα να πυργώνεται ξαφνικά μπροστά του στα πέντε, δέκα μέτρα, έστριψε απότομα αιφνιδιασμένος το πηδάλιο στα δεξιά, όπως απαιτεί ο κανόνας της ναυτικής κυκλοφορίας, ενώ χτυπούσε το καμπανάκι και την μπουρού του σκάφους του, σαν τρελός. Ο Φιντέλ εμφανίστηκε στο πλάι του και ανέλαβε το τιμόνι. Σιωπηλά, χωρίς να ζητήσει ευθύνες ή να κατηγορήσει τον πιτσιρικά για την αβλεψία του. Θα είχαν καιρό γι' αυτά αργότερα, αν βέβαια έβγαιναν σώοι. Σε λίγο τα δυο πλοία, το μικρό αλιευτικό αλλά και το άλλο που έμοιαζε με παλιό φορτηγό, έπλεαν πια παράλληλα το ένα με το άλλο.
Ο Χούλιο έσπασε πρώτος την σιωπή, «καπετάνιε, το ραντάρ, κοίτα το ραντάρ, δεν δείχνει καν το ίχνος του φορτηγού». «Παράτα το ραντάρ, δεν δούλεψε και ποτέ του σωστά. Θέλω να πλευρίσεις όσο μπορείς πιο κοντά στο πλοίο. Μοιάζει να είναι εγκαταλελειμμένο. Εγώ ο Φερνάντο, ο Χαβιέρ και οι υπόλοιποι θα ανέβουμε πάνω». Ο Χούλιο δεν ξαναμίλησε, πλησίασε όσο περισσότερο το πλοίο ώστε τα δύο σκαριά σχεδόν να ακουμπάνε.
«Χούλιο μένεις στο πλοίο, οι υπόλοιποι πάρτε ότι εργαλεία μπορεί να μας φανούν χρήσιμα και ακολουθήστε με».
Ο καπετάνιος ανέβηκε πρώτος. Πέταξε ένα καμάκι δεμένο με καραβόσκοινο και τράβηξε μια πορτούλα στο πλάι του φορτηγού πλοίου. Μια μεταλλική σκουριασμένη σκάλα κατέβηκε με θόρυβο. Προσπάθησε μετά να απεγκλωβίσει το καμάκι αλλά στάθηκε αδύνατον. Είχε σφηνώσει εκεί. Μην θέλοντας να φάει άλλο χρόνο ξεκίνησε να ανεβαίνει. Μια ριπή μουχλιασμένου αέρα τον χτύπησε στο πρόσωπο και λίγο έλειψε να χάσει την ισορροπία. Έκανε τα χέρια του χωνί και φώναξε στους υπόλοιπους,
«Ένας, ένας να ανεβαίνετε». Σε λίγο ήταν όλοι πάνω.
«Ερνάλντο εσύ μένεις στο κατάστρωμα οι υπόλοιποι χωριζό-μαστε σε ομάδες των δύο και ψάχνουμε το πλοίο από πάνω μέχρι κάτω». διέταξε ο Φιντέλ. Μοιράστηκαν τα εργαλεία, σε περίπτωση που χρειαζόταν να σπάσουν κάποια πόρτα, ή να πα-ραβιάσουν κλειδαριές. Ο Φιντέλ και ο Χοσέ έψαξαν να βρουν την καμπίνα του καπετάνιου, δύο κατευθύνθηκαν στο αμπάρι του πλοίου και οι άλλοι στο κάτω κατάστρωμα.
Δύο ώρες πέρασαν και ο Χούλιο σκότωνε την ώρα του φτιάχνοντας ναυτικούς κόμπους. Μπορεί ο καπετάνιος να τον κατσάδιαζε αλλά είχε αρχίσει να ανησυχεί. Κάλεσε αμέσως την ακτοφυλακή περιγράφοντας τη θέση του και τη θέση του φορ-τηγού πλοίου.
Ο αξιωματικός επόπτης κλήθηκε από τον χειριστή των ραντάρ.
«Κοιτάξτε εδώ αρχηγέ, ένα ψαράδικο εξέπεμψε σήμα για να σπεύσουμε άμεσα σε αυτό το σημείο βορειοδυτικά της Αβάνας. Βρέθηκε λέει ένα παλιό φορτηγό πλοίο».
«Ωραία, θα δώσω εντολή να πάει το πλησιέστερο περιπολι-κό που το πρόβλημα;» είπε εκνευρισμένος ο Αρχηγός.
«Το πρόβλημα είναι ότι το ραντάρ μας εντόπισε μόνο το ψαράδικο, το φορτηγό πλοίο δεν φαίνεται πουθενά» είπε σα-στισμένος ο χειριστής.
«Δεν μπορεί, κάποιο λάθος θα έχει γίνει», μουρμούρισε ο Αρχηγός και έδωσε αμέσως εντολή να πλεύσει το περιπολικό στο σημείο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

10/11/2023

Στα όρια της φαντασίας
Δημήτρης Βαγενάς
Εκδόσεις Παράξενος Ελκυστής

Μία κριτική της κυρίας Λίτσας Καραμπίνη

Αγαπητέ Δημήτρη Βαγενά, μόλις τελείωσα την ανάγνωση του έργου σου «Στα όρια της φαντασίας» και με νωπές ακόμη τις εντυπώσεις, θέλω να σου εκφράσω την γνώμη μου. Γνώμη, όχι κριτική, γιατί κριτικός δεν είμαι. Ξεκίνησα με το «αριστερό παπούτσι» με το οποίο ενθουσιάστηκα. Βέβαια, οφείλω να πω ότι οι ιστορίες του φανταστικού δεν συμπεριλαμβάνονται στις συνήθεις λογοτεχνικές μου επιλογές, προφανώς γιατί εγώ γράφω ιστορίες με κοινωνικό και ψυχολογικό υπόβαθρο και όχι για κάποιον άλλο συγκεκριμένο λόγο. Ωστόσο, γιατί όχι; Έτσι, ήρθαν οι δικές σου ιστορίες να μου επισημάνουν ότι σαφώς και κάτι χάνω αποφεύγοντας να διαβάζω κείμενα λογοτεχνίας του φανταστικού.
Το «στα όρια της φαντασίας» είναι μια συλλογή διηγημάτων που κέρδισε το ενδιαφέρον μου από τις πρώτες αράδες. Από τη μια το λεπτό χιούμορ που κρύβεται σε πολλά σημεία και από την άλλη μια θολή, σχεδόν τρομαχτική ατμόσφαιρα που δημιουργείς με αριστοτεχνικό τρόπο, με κράτησαν εκεί, καθηλωμένη, δέσμια της πλοκής της κάθε ιστορίας σου. Σε αυτό συνδράμει και ο αφηγηματικός σου λόγος που ρέει αβίαστα, διατρέχοντας μια γραφή σφιχτή και νευρώδη.
Από διήγημα σε διήγημα αλλάζει το βάθος και η χροιά της γραφής, παραμένοντας πάντα ανεπιτήδευτη και γεμάτη ευαισθησία. Μου αρέσει που αποφεύγεις μελοδραματισμούς και κυρίως διδακτισμούς, στοιχεία που, όπως ξέρουμε, είναι ικανά από μόνα τους να καταστρέψουν ένα κείμενο, ακόμη και καλογραμμένο.
Γενικά, η αλλόκοτη σύζευξη φανταστικού και πραγματικού δεν αποδομεί ούτε στο ελάχιστο την ψευδαίσθησή μου ως αναγνώστρια ότι βιώνω το ζωντανό και αληθινό της πλοκής της ιστορίας.
Αγαπητέ Δημήτρη, καθότι δεν γνωριζόμαστε προσωπικά, οπότε, δεν έχω κανένα κόλλημα να εκφράσω την όποια γνώμη μου, φαντάζομαι ότι θα δεχτείς ως ειλικρινή τα συγχαρητήριά μου για το έργο σου και μαζί την ευχή και προτροπή να συνεχίσεις να γράφεις.
Με εκτίμηση
Λίτσα Καραμπίνη

23/10/2023

Ένα ακόμα κεφάλαιο από το αναμενόμενο νέο βιβλίο μου «Για ένα ζευγάρι άρβυλα»

Ο ξένος

Είμαστε στο 1873, δυο αιώνες μετά και παραπάνω από τριάντα χρόνια από την απελευθέρωση της Ρούμελης, από τους Τούρκους. Το χωριό έχει αποκτήσει στο μεταξύ ένα σημαντικό αριθμό κατοίκων. Το μέρος πλέον λέγεται Μοναστήρι και ευημερεί, βασικά χάρη στην επισκευή και κατασκευή μπακιρένιων σκευών. Κοινώς από το γάνωμα. Οι περισσότερες οικογένειες έστελναν τους μεγαλύτερους άνδρες και 'όργωναν' όλους τους κάμπους τον χειμώνα και το φθινόπωρο, αλλά και τα ορεινά την άνοιξη και το μισό καλοκαίρι, επισκευάζοντας ο,τι μπακιρένιο έβρισκαν και κατασκευάζοντας πολλές φορές και νέα σκεύη, λιώνοντας παλιά και άχρηστα μπρούτζινα αντικείμενα, που μετά τα έριχναν στα έτοιμα καλούπια, που είχαν, διαμορφώνοντας τα σε νέα χρήσιμα σκεύη πάλι. Δουλειές που είχαν μάθει από τους πατεράδες τους.
Τα πιο περιζήτητα ήταν τα κουτιά του καφέ, τα κυπριά(1) και οι ντενεκέδες. Στα πρώτα έφτιαχναν ένα εσωτερικό χώρισμα και στην μια μεριά έμπαινε η ζάχαρη, ενώ στην άλλη ο καφές, ή το τσάι του βουνού. Στους τενεκέδες έμπαινε το λάδι, η το κρασί. Κατσαρολικά, μπρίκια κλπ ήταν ανάμεσα σε αυτά που επισκεύαζαν. Με τις φουφούδες, τα κολλητήρια και τα νησιαντήρια(2) τους φορτωμένα στα πιστά τους μουλάρια, μπορούσαν να επιδιορθώσουν, ή και να λιώσουν το μπακίρι των πελατών τους. Η πληρωμή γινόταν πότε σε γρόσια και πότε σε είδος, αλλά πολλές φορές έκαναν και πίστωση στους πελάτες εν λευκώ, με μόνη εγγύηση τον λόγο τους. Άλλες εποχές και άλλα ήθη βλέπεις. Κανένας δεν σκεφτόταν πως θα στην 'φέρει'. Οι δυσκολίες που ζούσαν τους είχαν κάνει να δείχνουν κατανόηση και να βοηθάνε ο ένας τον άλλον.
Ήταν μια Κυριακή στο τέλος του χειμώνα, όταν εκεί, ανάμεσα στα πλατάνια στην πλατεία του χωριού, εμφανίστηκε ένας ξένος. Τα ρούχα του ήταν λερά και σχισμένα. Τα βρώμικα μπλεγμένα μαλλιά και τα γένια του άκοπα, με το πρόσωπο του άπλυτο για πολύ καιρό. Τα τσαρούχια του σχεδόν διαλυμένα. Τα ελληνικά του ήταν σπαστά και έδειχνε σαν να ερχόταν από μακρυά. Πιθανότατα κυνηγημένος σκέφτηκαν, μάλλον από τους Τούρκους.
Σε λίγες μέρες όλοι οι χωριανοί είχαν μάθει, πως δεν ήταν χριστιανός κι ότι θα τον βάφτιζε ο πάπα-Φώτης ο ιερέας της εκκλησίας του Αγιάννη του Βαφτιστή, όπως λεγόταν ο ναός του χωριού, αφιερωμένος στον Ιωάννη τον πρόδρομο.
Για μέρες ο Ξένος ήταν το θέμα συζήτησης στο χωριό. Όλοι γύρευαν να μάθουν από που ήταν τούτος ο άνθρωπος. Γιατί ήταν τόσο καταπονημένος; τον κυνηγούσαν στα αλήθεια οι Μωχαμέτηδες; και γιατί; που ήταν η οικογένειά του, το σπίτι του; δεν θα έψαχναν να τον βρουν; Το μόνο που κατάφεραν να μάθουν ήταν το επίθετο του, Μπούτσικας.
«Σαρακατσάνος είνι φτούνους», είπε με σιγουριά ο γερο Ντρίλας, που είχε ταξιδέψει πιο μακρυά απ' όλους στο χωριό και οι συγχωριανοί του τον είχαν για τον πιο έξυπνο ανάμεσά τους, μιας και ήταν ο μόνος που είχε πάει στο σχολειό στο Αγρίνιο. Όνομα του έδωσε ο παπάς, βαφτίζοντάς τον Κωνσταντίνο. Μετά από λίγο καιρό, αφού τον κράτησε στην δούλεψή του, ο πάπα-Φώτης τον πάντρεψε με την μικρή του κόρη, την Μαριώ.
Πλέον ο Κώστας ο Μπούτσικας έγινε βέρος μοναστηριώτης κι απέκτησε τρία παιδιά με την Μαριώ. Τον Χρήστο, τον Παναγιώτη και το στερνοπούλι, στα δεκαπέντε χρόνια γάμου, τον Ηλία.
Ο Κώστας χάθηκε από πνευμονία λίγο μετά την γέννηση του μικρού Ηλία και η Μαριώ μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια του επωμίστηκαν τα οικογενειακά βάρη. Τα δυο αδέλφια έμαθαν από τον μπάρμπα τους, τον γιο του παπά την τέχνη του γανωματή και γρήγορα βρέθηκαν να γυρίζουν όλη την τότε Ελλάδα με τα σύνεργα τους. Ο μικρός μεγάλωσε φροντίζοντας τα χωράφια και τα ζώα της οικογενείας. Όταν λέμε χωράφια βέβαια, μην φανταστείτε τίποτα μεγάλες εκτάσεις. Αλώνια ήταν διάσπαρτα στην γύρω περιοχή με σιτάρι, καλαμπόκι και διάφορα λαχανικά.
Από τα μικράτα του ο Ηλίας έδειχνε πως θα γίνει πολύ ψηλός. Ήδη στα δώδεκα του ήταν ένα κεφάλι και παραπάνω ψηλότερος από τους συνομήλικούς του και ισοϋψής με τα κατά δέκα και δεκατρία χρόνια μεγαλύτερα αδέλφια του, που με το ζόρι έφταναν το 1,65 με 1,70 σε ύψος. Πλέον όταν έκλεισε τα δεκαέξι ήταν πάνω από 1,90 με σώμα γυμνασμένο από την σκληρή δουλειά στα χωράφια της οικογένειας.

(1)κυπριά = κουδούνες που κρεμάνε στα αιγοπρόβατα
(2)nushadir είναι γνωστό στα ελληνικά και ως "νησιαντήρι" και το χρησιμοποιούσαν στη δουλειά τους οι παραδοσιακοί γανωματήδες, γανωτζήδες, ή καλατζήδες. Με αυτό καθάριζαν τις επιφάνειες χάλκινων ειδών (χαλκώματα ή "μπακίρια") από οξείδια πριν από το "γάνωμα", δηλαδή πριν επιστρώσουν με κασσίτερο (καλάι) την επιφάνειά τους για προστασία από την οξείδωση, αλλά και για να αποφεύγονται οι δηλητηριάσεις από τον χαλκό.
Στην φωτό: Πλατεία χωριού με το κλασσικό καφενεδάκι και τα τραπεζοκαθίσματά του, κάτω από τον βαθύ ίσκιο ενός, ή περισσότερων πλατανιών. Εικόνα που έμεινε αναλλοίωτη για πολλά, πολλά χρόνια.

Want your business to be the top-listed Government Service in Aígio?

Click here to claim your Sponsored Listing.

Location

Category

Website

Address


Σελιανιτικα Δήμου Αιγιάλειας
Aígio
25100