20/03/2016
Στην συνεσταλμένη του Ερωμένη, Andrew Marvell (1621 - 1678)
-( Στον Γ. Μίχο με τις ευχαριστίες του ''Ψύλλου'' μου )-
Κυρά, αν χώρο είχαμε αρκετό και άφθονο καιρό
Η συστολή σου έγκλημα δεν θα 'τανε θαρρώ.
Πώς θα περάσει, θα καθόμασταν να δούμε,
Η μέρα του τρανού μας έρωτα και πως θα πορευτούμε·
Στου Γάγγη εσύ τις όχθες στης Ινδίας τα μέρη
Θα μάζευες ρουμπίνια· εγώ στου Χάμπερ* τ' άγριο φουσκονέρι
Θα 'κανα το παράπονο μου το πικρό.
Δέκα θα σ' αγαπούσα χρόνους πριν τον κατακλυσμό·
Και ας μ' αρνιόσουν, αν το ήθελες εσύ,
Ως ν’ αλλαξοπιστήσουν οι Οβριοί.**
Θ’ απλώνονταν του έρωτά μου η φυλλωσιά,
Από τις αυτοκρατορίες μακρύτερα και πιο αργά.
Χρόνοι εκατό δε θα 'τανε αρκετοί για να υμνήσω
Τα μάτια σου κι ως την κορφή το μέτωπό σου ν’ ατενίσω·
Διακόσια χρόνια κάθε στήθος να λατρέψω πάλι,
Αλλά χιλιάδες πιο πολλά για τ’ αποδέλοιπά σου κάλλη·
Για κάθε μέλος, θα 'παιρνε το πιο λίγο, έναν αιώνα,
Ώσπου στο τέλος της καρδιά σου θα 'λιωναν τα χιόνια.
Γιατί, Κυρά, τούτα σου πρέπουν τα εγκώμια και πιότερα,
Αφού αισθήματα δεν θα 'τρεφα για σε κατώτερα.
Μα στο κατόπι μου πάντα ακούω με βιάση,
Το φτερωτό άρμα του χρόνου να 'χει μας προφτάσει·
Και κείτονται εκεί μπροστά μας τρομερές,
Οι αιώνιες της απεραντοσύνης ερημιές.
Η εμορφιά σου για πολύ δεν θα κρατήσει,
Μήτε στον μαρμαρένιο σου τον τύμβο θ’ αντηχήσει
Του τραγουδιού μου η λαλιά· τότε τα σκουλήκια θα γευτούνε
Την παρθενιά σου, χρόνια φυλαγμένη που 'ναι,
Και η τιμή σου η ιδιότροπη σκόνη θα γίνει,
Κι από τον πόθο μου μια χούφτα στάχτη θ’ απομείνει.
Καλό το μνήμα για ανάπαυση γαλήνια μοιάζει,
Όμως, αλίμονο, κανείς εκεί δεν σ’ αγκαλιάζει.
Γιαυτό λοιπόν, όσο καιρό η χροιά η νεανική,
Σαν δρόσος κατακάθεται στο δέρμα σου πρωϊνή,
Κι όσο η ψυχή σου ξεφυσά με προθυμιά
Από τον κάθε πόρο σου αδάμαστη φωτιά,
Ας το γλεντήσουμε τώρα μαζί όσο βαστά η πορεία·
Τώρα, σαν κυνηγιάρικα πουλιά που 'ν' του ερώτου λεία,
Κάλιο τον χρόνο μας μια κι έξω να τον καταπιούμε,
Παρά αργόσυρτα στα πέτρινα σαγόνια του ν' αλεστούμε.
Έλα να κυληστούμε μ' όλη μας την ορμή, τη νιότη,
Κι όλες της γλύκας τις χαρές επάνω σ' ένα τόπι·
Τις απολαύσεις μας να σύρουμε με βιά κι αμάχη ευθύς
Μέσα απ’ τις σιδερόφραχτες τις πύλες της ζωής.
Έτσι, μόλο που να προστάξουμε τον ήλιο να σταθεί αδυνατούμε,
Μα να τον κάμουμε να τρέξει με τους πόθους μας, μπορούμε.
απόδοση: δημήτρης νικηφόρου 25 – 8 - 2014
[* Humber: ποτάμι στην νοτιοανατολική Αγγλία, ρέει δια μέσου της πόλης Hull, κοντά στο ανατολικό Yorkshire, όπου ο Andrew Marvell πέρασε την παιδική του ηλικία.
** "...the conversion of the Jews." ( "η μεταστροφή των Εβραίων"): με την υπερβολή αυτή, ο ποιητής τονίζει την λατρεία στην ντροπαλή του ερωμένη, η οποία υπερβαίνει κάθε χρονικό πλαίσιο. Όπως λέει παραπάνω, θα την αγαπούσε 10 χρόνια πριν τον "Κατακλυσμό" που ο βιβλικός Νώε επιβίωσε στην κιβωτό του (Γεν. 5:28 - 10:32) και θα συνεχίσει να την αγαπά ώσπου, κατά την χριστιανική αντίληψη, οι Εβραίοι ασπαστούν τον Χριστό κατά την Δευτέρα Παρουσία.]
"To His Coy Mistress"
by Andrew Marvell (1621 - 1678)
Had we but world enough, and time,
This coyness, lady, were no crime.
We would sit down and think which way
To walk, and pass our long love's day;
Thou by the Indian Ganges' side
Shouldst rubies find; I by the tide
Of Humber would complain. I would
Love you ten years before the Flood;
And you should, if you please, refuse
Till the conversion of the Jews.
My vegetable love should grow
Vaster than empires, and more slow.
An hundred years should go to praise
Thine eyes, and on thy forehead gaze;
Two hundred to adore each breast,
But thirty thousand to the rest;
An age at least to every part,
And the last age should show your heart.
For, lady, you deserve this state,
Nor would I love at lower rate.
But at my back I always hear
Time's winged chariot hurrying near;
And yonder all before us lie
Deserts of vast eternity.
Thy beauty shall no more be found,
Nor, in thy marble vault, shall sound
My echoing song; then worms shall try
That long preserv'd virginity,
And your quaint honour turn to dust,
And into ashes all my lust.
The grave's a fine and private place,
But none I think do there embrace.
Now therefore, while the youthful hue
Sits on thy skin like morning dew,
And while thy willing soul transpires
At every pore with instant fires,
Now let us sport us while we may;
And now, like am'rous birds of prey,
Rather at once our time devour,
Than languish in his slow-chapp'd power.
Let us roll all our strength, and all
Our sweetness, up into one ball;
And tear our pleasures with rough strife
Thorough the iron gates of life.
Thus, though we cannot make our sun
Stand still, yet we will make him run.
art:
John Charles Dollman: Chariot of the Sun - 1909