Δημήτρης Νικηφόρου

Δημήτρης Νικηφόρου

Share

Ποίηση εν τω γίγνεσθαι:
''Η ατυχία του Δον Κιχώτη δεν ήτ? “Γράφω για τον άλλον που είναι εγώ και που δεν θα με διαβάσει ποτέ.’’

Photos 21/04/2016

Χορογραφία

Την ώρα που νεαροί γερανοί χορεύουν στην τάιγκα —
από τη σιβηρική τούντρα ως τα βάθη της Μαντζουρίας,
η βαρύτητα γκρεμίζει τον pagliaccio di Dio στην τρέλα,
και ο κύκνος με τα κυρτά, άκαμπτα πόδια πεθαίνει από ζήλεια.

Την ίδια ώρα ο δανδής Σερζ
(ο πιο ιδιοφυής homo padrone μετά τον Ουάιλντ),
στο γούνινο παλτό του αναρωτιέται
αν ερωτοτροπούν με τσαλίμια ή χορεύουν πραγματικά
τα αδέξια πουλιά που κλέβουν τη λάμψη των αστεριών του,

θέλοντας να εμφυσήσει a ses poulains την ουσία
που δεν αιχμαλωτίζουν οι λέξεις ή ο φακός της κάμερας
παρά γλυστρά απ τα δόκανα αφήνοντας ένα κομμάτι ουρά•

οι γερανοί χορεύουν όπως τα χνούδια της λεύκας στον άνεμο,
όπως η χαρά των παιδιών ερήμην των κηδεμόνων
αφήνεται έρμαιο στην παιγνιώδη διάθεση της σαγήνης,
είναι το πινέλο των αυτοκρατορικών καλλιγράφων στο Πέι τσιν,
η τυρβώδης ροή των νιφάδων στη χιονοθύελλα,

την ώρα που οι pointes της Παύλοβα
— χωρίς την ξύλινη ενίσχυση— κρέμονται στο καρφί,
ο Βάσλαβ περιφέρει τον Φαύνο του στα τρελάδικα
και στέκεται μετέωρος στον αέρα για χίλιες ανάσες,

με τα φτερά όλων των γερανών στην τρύπια ψυχή,
άστρο ματαιωμένο στο θάμβος του
που οι δικές του το καταπίνουν δίνες.

δημήτρης νικηφόρου

Photos 09/04/2016

Το παράπονο ενός Ικάρου, CHARLES BAUDELAIRE
(1862)

Των ιερόδουλων οι αγαπητικοί
είν’ ευτυχείς, χορτάτοι, όλο κέφι·
όσο για με, που σφιχταγκιάλαζα τα νέφη,
τα μπράτσα μου έχουν τσακιστεί.

Χάρη στων άστρων την ασύγκριτη θωριά,
που τ’ ουρανού τα βάθη αναφλογίζουν,
τα ξοδεμένα μάτια μου αντικρίζουν
μόνο τη θύμηση των ήλιων αμυδρά.

Μάταια γύρεψα με πόθο για να βρώ
του διαστήματος το κέντρο και το τέρμα·
κάτω απ’ άγνωρο πυρακτωμένο βλέμμα
νοιώθω να λιώνει το κερένιο μου φτερό·

Κι όπως στον έρωτα του κάλλους έχω καεί,
Τέτοια υπέρτατη τιμή δεν θ’ αξιώσω
το όνομά μου στην άβυσσο να δώσω
που αιώνιο μου μνήμα θα γενεί.


απόδοση: δημήτρης νικηφόρου
(αύγουστος του '15)

art: e salon de la rue des moulins, 1894, Toulouse Lautrec

Photos 20/03/2016

Στην συνεσταλμένη του Ερωμένη, Andrew Marvell (1621 - 1678)

-( Στον Γ. Μίχο με τις ευχαριστίες του ''Ψύλλου'' μου )-


Κυρά, αν χώρο είχαμε αρκετό και άφθονο καιρό
Η συστολή σου έγκλημα δεν θα 'τανε θαρρώ.
Πώς θα περάσει, θα καθόμασταν να δούμε,
Η μέρα του τρανού μας έρωτα και πως θα πορευτούμε·
Στου Γάγγη εσύ τις όχθες στης Ινδίας τα μέρη
Θα μάζευες ρουμπίνια· εγώ στου Χάμπερ* τ' άγριο φουσκονέρι
Θα 'κανα το παράπονο μου το πικρό.
Δέκα θα σ' αγαπούσα χρόνους πριν τον κατακλυσμό·
Και ας μ' αρνιόσουν, αν το ήθελες εσύ,
Ως ν’ αλλαξοπιστήσουν οι Οβριοί.**
Θ’ απλώνονταν του έρωτά μου η φυλλωσιά,
Από τις αυτοκρατορίες μακρύτερα και πιο αργά.
Χρόνοι εκατό δε θα 'τανε αρκετοί για να υμνήσω
Τα μάτια σου κι ως την κορφή το μέτωπό σου ν’ ατενίσω·
Διακόσια χρόνια κάθε στήθος να λατρέψω πάλι,
Αλλά χιλιάδες πιο πολλά για τ’ αποδέλοιπά σου κάλλη·
Για κάθε μέλος, θα 'παιρνε το πιο λίγο, έναν αιώνα,
Ώσπου στο τέλος της καρδιά σου θα 'λιωναν τα χιόνια.
Γιατί, Κυρά, τούτα σου πρέπουν τα εγκώμια και πιότερα,
Αφού αισθήματα δεν θα 'τρεφα για σε κατώτερα.

Μα στο κατόπι μου πάντα ακούω με βιάση,
Το φτερωτό άρμα του χρόνου να 'χει μας προφτάσει·
Και κείτονται εκεί μπροστά μας τρομερές,
Οι αιώνιες της απεραντοσύνης ερημιές.
Η εμορφιά σου για πολύ δεν θα κρατήσει,
Μήτε στον μαρμαρένιο σου τον τύμβο θ’ αντηχήσει
Του τραγουδιού μου η λαλιά· τότε τα σκουλήκια θα γευτούνε
Την παρθενιά σου, χρόνια φυλαγμένη που 'ναι,
Και η τιμή σου η ιδιότροπη σκόνη θα γίνει,
Κι από τον πόθο μου μια χούφτα στάχτη θ’ απομείνει.
Καλό το μνήμα για ανάπαυση γαλήνια μοιάζει,
Όμως, αλίμονο, κανείς εκεί δεν σ’ αγκαλιάζει.

Γιαυτό λοιπόν, όσο καιρό η χροιά η νεανική,
Σαν δρόσος κατακάθεται στο δέρμα σου πρωϊνή,
Κι όσο η ψυχή σου ξεφυσά με προθυμιά
Από τον κάθε πόρο σου αδάμαστη φωτιά,
Ας το γλεντήσουμε τώρα μαζί όσο βαστά η πορεία·
Τώρα, σαν κυνηγιάρικα πουλιά που 'ν' του ερώτου λεία,
Κάλιο τον χρόνο μας μια κι έξω να τον καταπιούμε,
Παρά αργόσυρτα στα πέτρινα σαγόνια του ν' αλεστούμε.
Έλα να κυληστούμε μ' όλη μας την ορμή, τη νιότη,
Κι όλες της γλύκας τις χαρές επάνω σ' ένα τόπι·
Τις απολαύσεις μας να σύρουμε με βιά κι αμάχη ευθύς
Μέσα απ’ τις σιδερόφραχτες τις πύλες της ζωής.
Έτσι, μόλο που να προστάξουμε τον ήλιο να σταθεί αδυνατούμε,
Μα να τον κάμουμε να τρέξει με τους πόθους μας, μπορούμε.


απόδοση: δημήτρης νικηφόρου 25 – 8 - 2014


[* Humber: ποτάμι στην νοτιοανατολική Αγγλία, ρέει δια μέσου της πόλης Hull, κοντά στο ανατολικό Yorkshire, όπου ο Andrew Marvell πέρασε την παιδική του ηλικία.


** "...the conversion of the Jews." ( "η μεταστροφή των Εβραίων"): με την υπερβολή αυτή, ο ποιητής τονίζει την λατρεία στην ντροπαλή του ερωμένη, η οποία υπερβαίνει κάθε χρονικό πλαίσιο. Όπως λέει παραπάνω, θα την αγαπούσε 10 χρόνια πριν τον "Κατακλυσμό" που ο βιβλικός Νώε επιβίωσε στην κιβωτό του (Γεν. 5:28 - 10:32) και θα συνεχίσει να την αγαπά ώσπου, κατά την χριστιανική αντίληψη, οι Εβραίοι ασπαστούν τον Χριστό κατά την Δευτέρα Παρουσία.]


"To His Coy Mistress"
by Andrew Marvell (1621 - 1678)


Had we but world enough, and time,
This coyness, lady, were no crime.
We would sit down and think which way
To walk, and pass our long love's day;
Thou by the Indian Ganges' side
Shouldst rubies find; I by the tide
Of Humber would complain. I would
Love you ten years before the Flood;
And you should, if you please, refuse
Till the conversion of the Jews.
My vegetable love should grow
Vaster than empires, and more slow.
An hundred years should go to praise
Thine eyes, and on thy forehead gaze;
Two hundred to adore each breast,
But thirty thousand to the rest;
An age at least to every part,
And the last age should show your heart.
For, lady, you deserve this state,
Nor would I love at lower rate.

But at my back I always hear
Time's winged chariot hurrying near;
And yonder all before us lie
Deserts of vast eternity.
Thy beauty shall no more be found,
Nor, in thy marble vault, shall sound
My echoing song; then worms shall try
That long preserv'd virginity,
And your quaint honour turn to dust,
And into ashes all my lust.
The grave's a fine and private place,
But none I think do there embrace.

Now therefore, while the youthful hue
Sits on thy skin like morning dew,
And while thy willing soul transpires
At every pore with instant fires,
Now let us sport us while we may;
And now, like am'rous birds of prey,
Rather at once our time devour,
Than languish in his slow-chapp'd power.
Let us roll all our strength, and all
Our sweetness, up into one ball;
And tear our pleasures with rough strife
Thorough the iron gates of life.
Thus, though we cannot make our sun
Stand still, yet we will make him run.


art:
John Charles Dollman: Chariot of the Sun - 1909

Photos 11/03/2016

Χαρταετός

Ψηλά όσο μπορεί να φτάσει
πέταξε τον χαρταετό σου κι ύστερα
όταν στα σύννεφα απ’ τα μάτια σου χαθεί
άφησε λάσκα το σχοινί κι αμόλα τον
ψηλότερα να πάει μονάχος.

Μα σαν του ανήφορου οι πνοές σωθούν
κι αρχίσει του τρελού ιλίγγου η πτώση,
μην τόνε ψάξεις·
κι αν στα γυμνά καλώδια,
καρβουνιασμένο σκέλεθρο τον δεις
μαράζι μην το βάλεις.

Προτού τα χελιδόνια
στήσουνε δίπλα του φωλιές
εσύ καινούργιο αετό θα φτιάχνεις._

δημήτρης νικηφόρου

18 - 3 - 2013

Photos 03/03/2016

Πεζό Ελεγείο Ανάδρομο

Τη μέρα που έφυγες
οι ουλές στο αξύριστο πρόσωπό μου
κρύφτηκαν στις γωνίες σαν κλέφτες.
Θα γυρίσω σπίτι αφού σ’ έχουν σηκώσει.
Δεν θα σε δω ποτέ πεθαμένο,
στην ταφή θα ξεκόψω απ’ την σωρό,
δάκρυ δεν έχω σταλιά ούτε σιμώνω στο μνήμα
πριν το σαρανταλείτουργο και ποτέ ξανά.

Αυτό το μέλλον έχει συμβεί
απ΄όταν σ’ έκλεισε η αρρώστια μέσα της,
μα θυμάμαι παιδάκι ακόμα να σε σέρνω
στις μεσημβρινές προβολές των κινηματογράφων,
η μάνα με φέρνει γραφείο σου
και σου βγάζει την ψυχή το γινάτι μου ωσότου,
υπό την μάστιγα του τυράννου σου, βαδίσεις
στον Γολγοθά ντάλα μεσημέρι,
ως τις οθόνες του μαρτυρίου σου
όπου κυράδες του παλιού καιρού
δένουν τα μυρωδάτα μαντήλια τους
στα κοντάρια των ιπποτών.

Κι εγώ, μια σπιθαμή θρασίμι,
χαλνώ τη θαλπωρή σου με θορυβώδη ερωτήματα,
φουντώνουν από δίπλα τα μουρμουρητά,
οι υποδείξεις για σκασμό,
με μαλώνεις καμαρώνοντας κρυφά τη βουερή μου δίψα
καθώς ο έρωτας, το δίκιο κι η αλήθεια παρήλαυναν
από το σελιλόιντ στο πανί στο άρμα του θριάμβου —
ή μήπως πίσω σέρνονταν με γιούχες;
(ήμουν παιδί και δεν καλοθυμάμαι),
μα όπως νάχει
οι ρόλοι ήσαν ξεκάθαροι, η έκβαση αυτονόητη,
ο ήρωας δεν πέθαινε ποτέ.
Ύστερα λουκουμάδες αχνιστοί στο «Ρωσικόν»,
οι απορίες μου μυγάκια που κολλούν στο μέλι,
γλυκός μπελάς σου είχα γίνει γέρο.

Όλο και πιο συχνά σε τυραγνάει ο κωλόβηχας,
ο πόνος σε χτυπάει κάτω,
ακούω δυνατά πατήματα να σε τραβούν γι’ αλλού
και μισώ μες στη κουλούρα του φιδιού τ’ αθέατο.
Αχ, πόσο τρέμει η αγουράδα τη φθορά...
Κάτω απ' τον πλάστη ζυμώνεται σκληραίνει
κι αντιστέκεται στο αναπόφευκτο γιατί
κάλιο στον κλώνο άγουρος παρά στο χώμα γινωμένος,
παρά στόματα άπληστα να δρέπουν τους χυμούς σου.
Κάποιων η φτιάξη είναι να μένουν πάντα γιοί.

Παλιά, πριν με γεννήσεις,
ήσουν χλωρός κι η φλούδα σου αψιά σμυρίδα.
Τα χάδια σου αφήνανε σημάδια,
δεν είχες πάρει του χαλκού τη χρυσοπόρφυρη γυαλάδα,
χέρι δεν σηκωνότανε για να σε κόψει.
Μα σμίγουν κάποτε περίτεχνα τα χρώματα
στη σήψη και το σφρίγος όσο να μας γελάσουν.

Δεν σου συχώρεσα την ήττα.
Πεισματικά τα δόντια μου έχωσα στο Τέλος,
το τράβηξα απ’ το νου και το' θαψα
στην αποθήκη με τις τις σκάρτες μπομπίνες ταινιών.
Αθόρυβα. Όπως πέφτει το φτερό του γλάρου στη θάλασσα.

Το ίδιο βράδυ του θανάτου έμασα λίγα ρούχα
κι έμεινα σε μια αγαπητικιά για κάμποσο καιρό.
Ψόγοι πολλοί με ξεπροβόδισαν : «Να παρατήσει
τέτοιες ώρες το παλιόπαιδο το σπίτι του - Ντροπή!»

Εγώ όμως ήξερα και δε χαμπάριαζα.
Με τον φαλλό μου τρύπαγα τα χάη
γυρεύοντας τη μήτρα του θανάτου.
Χωνόμουν μέσα της με αλυχτίσματα θεριού.
Σκιαζόταν κι ο θεός ο χάρος.
Τρία μερόνυχτα διαγούμιζα τ' αμπέλια του
μα άγγελος δεν έστερξε κανείς κι η πέτρα
από τον τάφο δεν κουνήθηκε σταλιά._

δημήτρης νικηφόρου

(στον Πάνο - 1985)

-
[θυμίζω πως η σελίδα λειτουργεί για ένα διάστημα με βοηθό διαχειριστή]

Photos 27/02/2016

Ευδόκιμο Παραμύθι

Αφηγούμαι το άγος της Ευδοκίας.
Που με σάπια μήτρα ξύπνησε ένα πρωί γκαστρωμένη.
Και σαστισμένη στο απερινόητο θάμα ξόρκισε το θεό
Και το διάβολο. Μετά έκρυψε τη κοιλιά της στα φαρδιά
Αποφόρια της πεθαμένης μάνας της ωσότου γέννησε
Κρυφά ένα μπάσταρδο όνειρο. Χωρίς φύλο.
Με δυο σάρκινες πτέρυγες.
Έναn δύσμορφο άγγελο
Ένα λιπόβαρο βρέφος
Ένα στόμα φαφούτικο
Που τσίριζε διαρκώς σα στρουθί.

Αφηγούμαι της Ευδοκίας την άτη.
Που αγάπησε το αλλόκοτο γέννημα της. Για λίγο.
Ώσπου αποστρέφοντας το πρόσωπο του' στριψε το
Το λαρύγγι. Με δαγκαμένα χείλη και δάχτυλα άτρεμα.
Για να το ρίξει τη νύχτα στο στερεμένο Πηγάδι. Σαν Πέτρα.
Σαν δόντι που έσπασε στους υπερήχους ενός βωβού ουρλιαχτού.

Αφηγούμαι το απροσήγορο ποίημα.
Για μια στέρφα γη που κατάπιε τον καρπό τον αδόκητο.
Και παντρεύτηκε μετά από έρωτα ένα μόρτη γαμιά
Που την όργωνε μεθυσμένος με πέτρινο αλέτρι.
Και ούτε πια σκεφτόταν το που' κανε.
Κι' όπως δεν ξανάπιανε σπόρο γρήγορα τη βαρέθηκε.
Και την ξαπόστειλε στο σπίτι που μάνα δεν τη περίμενε.
Στο δρόμο με το κρίμα ζωντανό στο κατόπι της.
Να καταριέται την ώρα που το πέταξε σα σκυλί.
Να ξεριζώνει τα μαλλιά της.
Να γδέρνει το πρόσωπό της ολοφυρόμενη.
Να ζητιανεύει μ' ένα τσίγκινο πιάτο την τιμωρία
Και να εισπράττει συμπόνια σε κέρματα.

Μου αφηγείται η κοιλιά του άρρητου λόγου.
Πως σάλεψε ο νους της και ρίχτηκε στο πηγάδι να τό ‘βρει.
Πως την περίμενε μοσχοβολώντας ανθόγαλα.
Πως τώρα στις πτέρυγες του θρόιζε ένα στιλπνό φτέρωμα στο χρώμα του αχάτη.
Και πως τρέχανε τα μάτια της νερό γλυφό. Χωρίς σταματημό.
Με τα φτερά του στραγγαλισμένου ονείρου να διυλίζουν τα υφάλμυρα δάκρυα.
Μέχρι που γιόμισε η τρύπα ως απάνω.
Κι έγινε το ξεροπήγαδο μια κρουσταλλοπηγή αστείρευτη
Που (Να) ξεδιψούν ονειροβλάσταρα αγέννητα ακόμα._

6 - 7 - 2013
Δημήτρης Νικηφόρου

Photo : Sotiris Lamprou

Ευδόκιμο Παραμύθι

Αφηγούμαι το άγος της Ευδοκίας.
Που με σάπια μήτρα ξύπνησε ένα πρωί γκαστρωμένη.
Και σαστισμένη στο απερινόητο θάμα ξόρκισε το θεό
Και το διάβολο. Μετά έκρυψε τη κοιλιά της στα φαρδιά
Αποφόρια της πεθαμένης μάνας της ωσότου γέννησε
Κρυφά ένα μπάσταρδο όνειρο. Χωρίς φύλο.
Με δυο σάρκινες πτέρυγες.
Έναn δύσμορφο άγγελο
Ένα λιπόβαρο βρέφος
Ένα στόμα φαφούτικο
Που τσίριζε διαρκώς σα στρουθί.

Αφηγούμαι της Ευδοκίας την άτη.
Που αγάπησε το αλλόκοτο γέννημα της. Για λίγο.
Ώσπου αποστρέφοντας το πρόσωπο του' στριψε το
Το λαρύγγι. Με δαγκαμένα χείλη και δάχτυλα άτρεμα.
Για να το ρίξει τη νύχτα στο στερεμένο Πηγάδι. Σαν Πέτρα.
Σαν δόντι που έσπασε στους υπερήχους ενός βωβού ουρλιαχτού.

Αφηγούμαι το απροσήγορο ποίημα.
Για μια στέρφα γη που κατάπιε τον καρπό τον αδόκητο.
Και παντρεύτηκε μετά από έρωτα ένα μόρτη γαμιά
Που την όργωνε μεθυσμένος με πέτρινο αλέτρι.
Και ούτε πια σκεφτόταν το που' κανε.
Κι' όπως δεν ξανάπιανε σπόρο γρήγορα τη βαρέθηκε.
Και την ξαπόστειλε στο σπίτι που μάνα δεν τη περίμενε.
Στο δρόμο με το κρίμα ζωντανό στο κατόπι της.
Να καταριέται την ώρα που το πέταξε σα σκυλί.
Να ξεριζώνει τα μαλλιά της.
Να γδέρνει το πρόσωπό της ολοφυρόμενη.
Να ζητιανεύει μ' ένα τσίγκινο πιάτο την τιμωρία
Και να εισπράττει συμπόνια σε κέρματα.

Μου αφηγείται η κοιλιά του άρρητου λόγου.
Πως σάλεψε ο νους της και ρίχτηκε στο πηγάδι να τό ‘βρει.
Πως την περίμενε μοσχοβολώντας ανθόγαλα.
Πως τώρα στις πτέρυγες του θρόιζε ένα στιλπνό φτέρωμα στο χρώμα του αχάτη.
Και πως τρέχανε τα μάτια της νερό γλυφό. Χωρίς σταματημό.
Με τα φτερά του στραγγαλισμένου ονείρου να διυλίζουν τα υφάλμυρα δάκρυα.
Μέχρι που γιόμισε η τρύπα ως απάνω.
Κι έγινε το ξεροπήγαδο μια κρουσταλλοπηγή αστείρευτη
Που (Να) ξεδιψούν ονειροβλάσταρα αγέννητα ακόμα._

6 - 7 - 2013
Δημήτρης Νικηφόρου

Photo : Sotiris Lamprou

Photos 18/02/2016

(Προσοχή: μέχρι να φτιαχτεί ο υπολογιστής του δημιουργού της σελίδας, αυτή θα λειτουργεί με βοηθό)


Ο ψύλλος, John Donne

Σ’ αυτόν τον ψύλλο δώσε προσοχή και δες σ’ αυτό,
Πόσο είναι ασήμαντο το που μ’ αρνιέσαι και μικρό•
Πρώτ’ από μένα ρούφηξε και τώρα εσέ βυζαίνει,
Στον ψύλλο αυτόν το αίμα μας χαρμάνι θε να γένει•
Το ξέρεις πως ετούτο δα κανείς δεν θα το πει
της παρθενιάς απώλεια, αμάρτημα ή ντροπή,
Του λόγου του όμως χαίρεται χωρίς να βαλαντώνει,
Και με το αίμα των δυονών κακότροπα φουσκώνει,
Κι αλί, όσα εμείς θα κάναμε, αυτό τα χαμηλώνει.

Αχ, στάσου, στον ψύλλο αυτές τις τρεις ζωές λυπήσου ευλογημένη,
όπου είμαστε απ’ αντρόγυνο περσσότερο δεμένοι.
Αυτός ο ψύλλος είναι εμείς, και ασφαλώς
Κλίνη μας είναι νυφική, γαμήλιος ναός•
Βρεθήκαμε, παρά των γονικών και το δικό σου άχτι,
Μέσα σ’ αυτών των μαυροζώντανων τοιχιών τ΄αδράχτι.
Μόλο που πάει το γινάτι σου να με σκοτώσει κυρία,
Ας μην προσθέσεις πάνω του και μιαν αυτοχειρία,
Τρεις σκοτωμοί, τρια κρίματα είν’ ιεροσυλία.

Σκληρή κι απρόβλεπτη, τάχα είναι ψέμα
Που έβαψες κιόλας το νύχι σου σ’ αθώο αίμα;
Ποιο’ ναι του ψύλλου αυτού το φταίξιμο για πε,
Εκτός απ’ ότι μια σταγόνα αίμα ρούφηξε από σε;
Όμως θριαμβολογείς και λες θαρρώ
Πως τώρα πιο αδύναμοι δεν είμαστε εσύ και γω•
Αλήθεια είναι• μα μάθε πόσο είναι ψεύτικοι οι δισταγμοί:
Σαν μου παραδοθείς, τόση μονάχα θα χαθεί τιμή,
Όση ο θάνατος του ψύλλου πήρε από σένανε ζωή.


απόδοση: Δ.Ν 21- 8 - 2014



The Flea
by John Donne

Mark but this flea, and mark in this,
How little that which thou deniest me is;
It sucked me first, and now sucks thee,
And in this flea our two bloods mingled be;
Thou know’st that this cannot be said
A sin, nor shame, nor loss of maidenhead,
Yet this enjoys before it woo,
And pampered swells with one blood made of two,
And this, alas, is more than we would do.

Oh stay, three lives in one flea spare,
Where we almost, nay more than married are.
This flea is you and I, and this
Our mariage bed, and marriage temple is;
Though parents grudge, and you, w'are met,
And cloistered in these living walls of jet.
Though use make you apt to kill me,
Let not to that, self-murder added be,
And sacrilege, three sins in killing three.

Cruel and sudden, hast thou since
Purpled thy nail, in blood of innocence?
Wherein could this flea guilty be,
Except in that drop which it sucked from thee?
Yet thou triumph’st, and say'st that thou
Find’st not thy self, nor me the weaker now;
’Tis true; then learn how false, fears be:
Just so much honor, when thou yield’st to me,
Will waste, as this flea’s death took life from thee.

Source: The Norton Anthology of Poetry (1996)

art: The Flea by Giuseppe Maria Crespi

Photos 20/01/2016

ΟΙ ΤΡΕΙΣ (Die Drei, Nicolaus Lenau)


Αφού σκληρά ηττήθηκαν στη μάχη,
αργά γυρίζουν τρεις ιππείς μονάχοι!

Απ' τις πληγές τους αίμ' αναβλύζει,
και τ' άλογά τους ζεστό ραντίζει.

Στάζει απ’ τις σέλες, τα χαλινάρια,
κι αφρούς ξεπλένει, χαίτες, ποδάρια.

Αγάλι τ' άλογα κόβουν το βήμα,
αλλιώς το αίμα ορμά σαν κύμα.

Ψυχορραγώντας οι τρεις πλάι πλάι,
ο ένας στον άλλο βαριακουμπάει.

Απεγνωσμένα κι αχνά ψελλίζει,
καθείς τη μοίρα του που τον ορίζει:

— Μια κόρη μ' έχει μ' όρκους δεμένο,
μα εγώ σε ξένο τόπο πεθαίνω.

— Χτήματα άφησα, σπίτια και δάση,
και ξάφνου ο θάνατος θα με προφτάσει!

— Δώρο η ζωή μου Θεού ουράνιο,
μα τρέμω που έτσι νωρίς τη χάνω.

Κι όπως καβάλα στο χάρο γέρνουν,
τρεις γύπες όλο τους γυροφέρνουν.

Δια κρωγμού διαλέγουν αποκόσμου:
Πάρτε τους δυό, κι ο τρίτος δικός μου!

απόδοση: δημήτρης νικηφόρου


Theodor Breitwieser. Die Drei (Nach einem Gedicht von Nikolaus Lenau)


Photos 11/01/2016

Γαλάζιο πουλί
του Κάρολου Μπουκόβσκι

υπάρχει ένα γαλάζιο πουλί στην καρδιά μου
που θέλει να ξεμυτίσει
αλλά παραείμαι σκληρός μαζί του·
του λέω, κάτσε στ’ αυγά σου, δεν πρόκειται
ν’ αφήσω κανένα να σε δει.
υπάρχει ένα γαλάζιο πουλί στην καρδιά μου
που θέλει να ξεμυτίσει
αλλά το ποτίζω ουίσκι και το φλομώνω
με τον καπνό απ’ τα τσιγάρα μου
έτσι που ούτε οι πουτανίτσες, οι μπάρμαν
ή οι υπάλληλοι στα παντοπωλεία
παίρνουν ποτέ χαμπάρι
ότι βρίσκεται εκεί.
υπάρχει ένα γαλάζιο πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να ξεμυτίσει
αλλά παραείμαι σκληρός μαζί του·
του λέω, κάτσε φρόνιμα, θες να μου τα κάνεις μαντάρα;
Θες να μου χαλάσεις τη δουλειά;
Να τινάξεις στον αέρα τις πωλήσεις των βιβλίων μου
στην Ευρώπη;
υπάρχει ένα γαλάζιο πουλί στην καρδιά μου
πού θέλει να ξεμυτίσει
αλλά είμαι πολύ ξύπνιος·
καμιά φορά το αφήνω έξω τη νύχτα
όταν όλοι κοιμούνται.
του λέω, ξέρω πως είσαι κει,
γι’ αυτό μη λυπάσαι.
έπειτα το ξαναβάζω στη θέση του
μα τραγουδάει σπάνια εκεί μέσα·
δεν το ‘χω αφήσει ακόμη
να τα κακαρώσει ολότελα
κι έτσι απλά κοιμόμαστε μαζί
με τη μυστική συμφωνία μας
κι αυτό είναι αρκετά όμορφο
για να κάνει έναν άντρα
να το ρίξει στο κλάμα,
όμως εγώ δεν κλαίω,
εσύ;

απόδοση: Δημήτρης Νικηφόρου
8-1-2016



Bluebird

there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say, stay in there, I'm not going
to let anybody see
you.
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I pour whiskey on him and inhale
cigarette smoke
and the wh**es and the bartenders
and the grocery clerks
never know that
he's
in there.
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say,
stay down, do you want to mess
me up?
you want to screw up the
works?
you want to blow my book sales in
Europe?
there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too clever, I only let him out
at night sometimes
when everybody's asleep.
I say, I know that you're there,
so don't be
sad.
then I put him back,
but he's singing a little
in there, I haven't quite let him
die
and we sleep together like
that
with our
secret pact
and it's nice enough to
make a man
weep, but I don't
weep, do
you?


Charles Bukowski
από την ποιητική συλλογή «Last Night of the Earth Poems», 1992

Photos 31/12/2015

Καλή χρονιά αδέρφια.

Photos 30/12/2015

Πανδώρα

Φτωχό μου κορίτσι αλήθεια στο λέω,
δυσκολεύομαι πια να ξεχωρίσω απ’ το σωρό
τους δωρεοδόχους από τους άρπαγες,

πολύ περισσότερο
ποια είναι που δωρίστηκαν από τα κλοπιμαία·

μετέωροι λόγοι και βουνά σιωπής,
όλα τα ζυγισμένα και τ’ αζύγιστα,
συμπιέστηκαν σ’ ένα τόσο δα κουτί,
αδιάρρηκτο ώς το ξεφλούδισμα των ψεμάτων.

Μας χώρισε η αγωνία ενός φιλάσθενου ονείρου·
ύστερα ήρθαν τα σιδερένια κρεβάτια
και ξάπλωσε ανάμεσα μας ο φόβος,

ξέρω δεν σου ’δωσα ποτέ κουράγιο μ’ ένα θαύμα
ούτε σου γιάτρεψα καμιάν αναπηρία,
γι’ αυτό με μίσησες με το μεγάλο πάθος
που πάντα σου έλειπε για ν’ αγαπάς.

δημήτρης νικηφόρου

«απο μυθο ποιηση» 1984


Pandora - John William
Waterhouse 1896

Photos 19/12/2015

Η έμορφη ανελέητη Κυρά


Ω τι σε βαραίνει αρματωμένε ιππότη,
χλωμός και μόνος πού γυρνάς;
Για ιδές, ξεράθηκαν οι καλαμιές στη λίμνη,
Και λάλημα πουλιού δεν αγροικάς.

Τι να σε τρώει σιδερόφραχτε ιππότη,
Έτσι γιατί’ σαι τσακισμένος και γυρτός;
Οι βερβερίτσες γεμίσαν τις φωλιές τους,
Ετέλειωσε κι ο θερισμός.

Βλέπω στο μέτωπό σου ένα κρινάκι,
Υγρό στην έγνοια και στης θέρμης τη δροσό,
Στα μάγουλά σου ένα ρόδο ξεθωριάζει
Που γρήγορα μαραίνεται κι αυτό.

Με μια Κυρά αντάμωσα μες στα λιβάδια,
Κόρη πανέμορφη — μιας ξωτικιάς γενιά,
Αλαφροπάτητη, μακρυμαλλούσα,
Κι ήταν τα μάτια της φωτιά.

Για τα μαλλιά τής έφκιασα γιρλάντα,
Βραχιόλια ανθόπλεξα και ζώνη ευωδιαστή•
Με κοίταξε σαν τάχα μ’ αγαπούσε,
Κι άφησε στεναγμό γλυκύ.

Στο φτεροπόδαρο άτι μου την πήρα,
Κι άλλο δεν μπόρεσα όλη μέρα ν’ αντικρίσω,
Τι όλο έγερνε στο πλάι τραγουδώντας
Ένα τραγούδι νεραϊδίσο.

Ρίζες ολόγλυκες μου μάζευε στη γεύση,
άγριο μέλι και μάννα ουράνιο νωπό,
Και μου’ λεγε σ’ αλλόκοτη λαλιά—
‘’ Στ’ αλήθεια σ’ αγαπώ’’.

Στη ξωτική της μ’ έσυρε σπηλιά,
Και πικραστέναξε κ’ έκλαψε γοερά,
Μα εγώ της σφάλισα τ’ αγριεμένα μάτια,
Με τέσσερα φιλιά.

Και κείθε μ’ αποκοίμησε,
Και κείθε ονειρεύτη - αχ, συμφορά! -
Τ’ όνειρο το στερνό που’ δα ποτέ
Στου κρύου λόφου την πλαγιά.

Είδα ρηγάδες ωχριούς, ρηγόπουλα σταχτιά,
Πολεμιστές με χρώμα του θανάτου μπλάβο
Που μου κρέναν: ‘’Η έμορφη ανελέητη Κυρά
Δεμένο σ’ έχει σκλάβο!’’

Τα πεινασμέν’ αχείλια τους θωρούσα στο σκοτάδι,
Με το φρικτό μαντάτο τους να χάσκουνε πλατειά,
Και ξύπνησα και βρέθηκα εδώθε,
Στου κρύου λόφου την πλαγιά.

Είναι γι αυτό που παραδέρνω εδώ μονάχος,
Και φάντασμα χλωμό με συναντάς,
Κι ας ξεραθήκανε οι καλαμιές στη λίμνη
Και λάλημα πουλιού δεν αγροικάς.

απόδοση: Δημήτρης Νικηφόρου
2014



La Belle Dame sans Merci
’’The Beautiful Lady Without Mercy’’
by John Keats 1819


O what can ail thee, knight-at-arms,
Alone and palely loitering?
The sedge has wither’d from the lake,
And no birds sing.

O what can ail thee, knight-at-arms,
So haggard and so woe-begone?
The squirrel’s granary is full,
And the harvest’s done.

I see a lily on thy brow,
With anguish moist and fever-dew,
And on thy cheeks a fading rose
Fast withereth too.

I met a lady in the meads,
Full beautiful—a faery’s child,
Her hair was long, her foot was light,
And her eyes were wild.

I made a garland for her head,
And bracelets too, and fragrant zone;
She looked at me as she did love,
And made sweet moan.

I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long,
For sidelong would she bend, and sing
A faery’s song.

She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna-dew,
And sure in language strange she said—
‘I love thee true’.

She took me to her Elfin grot,
And there she wept and sigh’d fill sore,
And there I shut her wild wild eyes
With kisses four.

I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long,
For sidelong would she bend, and sing
A faery’s song.

She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna-dew,
And sure in language strange she said—
‘I love thee true’.

She took me to her Elfin grot,
And there she wept and sigh’d fill sore,
And there I shut her wild wild eyes
With kisses four.

And there she lullèd me asleep,
And there I dream’d—Ah! woe betide!—
The latest dream I ever dream’d
On the cold hill’s side.

I saw pale kings and princes too,
Pale warriors, death-pale were they all;
They cried—‘La Belle Dame sans Merci
Hath thee in thrall!’

I saw their starved lips in the gloam,
With horrid warning gapèd wide,
And I awoke and found me here,
On the cold hill’s side.

And this is why I sojourn here,
Alone and palely loitering,
Though the sedge is wither’d from the lake,
And no birds sing.


La Belle Dame Sans Merci - JW Waterhouse

Want your business to be the top-listed Government Service in Athens?

Click here to claim your Sponsored Listing.

Location

Website

Address


Athens