In Situ

In Situ

Share

Αντιεξουσιαστικός Κομμουνιστικός Χώρος

09/03/2026

Ανοιχτό κάλεσμα της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Συνέλευσης για τη διοργάνωση δράσεων την Τρίτη 10/3, 18.30 στον χώρο In Situ, Σπ. Τρικούπη 71.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Έφτασε η στιγμή που ο πόλεμος γίνεται ξανά αντικείμενο καθημερινής συζήτησης, με το τηλεοπτικό θέαμα να αρχίζει να μιλά για το πόσα καταφύγια έχουν παραμείνει σε λειτουργία από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε περίπτωση που βομβαρδιστεί η Αθήνα. Στους αλγόριθμους των social media προωθείται μια μιλιταριστική έξαρση, συνοδευόμενη από μια αισθητικοποίηση του στρατού. Τα μέτρα αποτροπής της αποφυγής της στρατιωτικής θητείας και το κυνήγι των γιωτάδων, που βιαστικά ψήφισε το κυβερνητικό προσωπικό, αποδείχθηκε πολύ γρήγορα πως μόνο τυχαία δεν ήταν. Το κεφάλαιο ζητά επιτακτικά κρέας για τα κανόνια, ζητά περισσότερα πτώματα για τους πολέμους του, και η επιστράτευση έγινε θέμα συζήτησης στην ημερήσια διάταξη — από τα τηλεοπτικά πάνελ μέχρι τα trends του TikTok. Βλέπουμε να διαφημίζονται περήφανα οι ελληνικές φρεγάτες και τα F-16 στην Κύπρο, έτοιμα να βάλουν το λιθαράκι τους στους πολεμικούς σχεδιασμούς εναντίον του Ιράν. Βλέπουμε το ελληνικό κράτος και τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς να επικαλούνται την τρισχιλιετή ιστορία και τους Περσικούς Πολέμους, για να προετοιμάσουν τον θάνατο της εργατικής νεολαίας στα σφαγεία των μαχών, την ίδια ώρα που συνεχίζουμε να μετράμε νεκρούς προλετάριους στους χώρους εργασίας και στα σύνορα.

Ο πόλεμος δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως μια ακόμη «μπίζνα» του κεφαλαίου ή ως ευκαιρία κερδοσκοπίας μέσα από τους εξοπλισμούς, την ενέργεια και τις αγορές. Είναι η μορφή που λαμβάνει ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο οποίος σήμερα οξύνεται λόγω του μετασχηματισμού της καπιταλιστικής παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα: από την αναδιοργάνωση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας και την όξυνση του ανταγωνισμού για αγορές, τεχνολογίες, πρώτες ύλες και υποδομές, αλλά και από τις βαθιές τάσεις υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Η τεράστια αύξηση της παραγωγικής ικανότητας δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες κεφαλαίου δυσκολεύονται να αξιοποιηθούν κερδοφόρα, ενισχύοντας τις τάσεις κρίσης και σχετικής στασιμότητας και οξύνοντας τον ανταγωνισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Σε αυτό το περιβάλλον, η καπιταλιστική συσσώρευση γίνεται όλο και περισσότερο ζήτημα στρατηγικής κρατικής πολιτικής και ενισχύεται ο ρόλος των κρατών ως οργανωτών της συσσώρευσης, μέσα σε ένα πλαίσιο αναδυόμενου κρατικού καπιταλισμού. Υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος αποτελεί στιγμή της ευρύτερης διαδικασίας αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, μέσα από την οποία επανακαθορίζονται σφαίρες επιρροής, δίκτυα υποδομών, γεωγραφίες παραγωγής και όροι συσσώρευσης.

Αυτή η διαδικασία δεν είναι κάτι εξωτερικό προς τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, καθώς στον πυρήνα της βρίσκεται η ίδια η εκμετάλλευση της εργασίας και η διαρκής αναδιάρθρωση των όρων της. Οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι δεν είναι παρά μια πιο συγκεκριμένη μορφή αυτής της αντίθεσης στο επίπεδο του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικά εδαφικοποιημένων κεφαλαίων. Πέρα από σύγκρουση για το ποιος θα αποσπάσει βίαια τη μερίδα του λέοντος από την εκμετάλλευση του παγκόσμιου προλεταριάτου, αποτελούν και έναν τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο επιχειρεί να επιβάλει νέους όρους εκμετάλλευσης και πειθάρχησης της εργατικής τάξης. Ο πόλεμος μεταφράζεται στο εσωτερικό κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού σε άνοδο των τιμών, υποτίμηση του άμεσου και του κοινωνικού μισθού, επιδείνωση των όρων αναπαραγωγής της ζωής και ενίσχυση της κρατικής καταστολής. Η διεθνής ένταση και η πολεμική κινητοποίηση ενισχύουν τον εθνικισμό, συσπειρώνουν γύρω από το κράτος και εκτρέπουν τις κοινωνικές αντιφάσεις και συγκρούσεις προς την ψευδή φιγούρα του «εξωτερικού εχθρού», έναντι του αληθινού εσωτερικού εχθρού που δεν είναι άλλος από τα αφεντικά και το κράτος. Έτσι, ο καπιταλιστικός πόλεμος δεν είναι μια εξωτερική σύγκρουση παράλληλη προς την ταξική πάλη, αλλά ένας οργανικός μηχανισμός αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κυριαρχίας, που στρέφεται τελικά άμεσα εναντίον των προλετάριων σε κάθε εθνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Πιο συγκεκριμένα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πόλεμος αυτός παράγει ένα θέαμα ιμπεριαλιστικής ενότητας και ισχύος απέναντι στους ισχυρούς αγώνες που έχουν ξεσπάσει εναντίον των πογκρόμ που έχει εξαπολύσει το αμερικανικό κράτος εναντίον της παρανομοποιημένης μεταναστευτικής εργατικής τάξης, στα πλαίσια της στοχοποίησής της ως κεντρικού εσωτερικού εχθρού. «Λευκοί», «λατίνο» και «μαύροι» εργάτες έχουν βρεθεί από κοινού στους δρόμους, φτάνοντας στη Μινεσότα στο σημείο της εξεγερσιακής γενικής απεργίας. Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος φτάνει στο Ιράν μετά από μια εκτεταμένη ταξική εξέγερση ενάντια στην άνοδο των τιμών και τη φτωχοποίηση που προκάλεσε ο συνδυασμός του οικονομικού πολέμου από το αντίπαλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που επιβάλλει η θεοκρατική αντίδραση που ελέγχει το ιρανικό κράτος. Η εξέγερση ήταν ιδιαίτερα πολύπλευρη και ανέδειξε τόσο ανεξέλεγκτες μορφές αυτο-οργάνωσης πληβειακών στρωμάτων όσο και οργανωμένες πραξικοπηματικές κινήσεις από συντηρητικές φράξιες της αντιπολίτευσης που συμμαχούν με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η επίθεση, λοιπόν, των ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει και μια τεράστια ιδεολογική λειτουργία, ως μια πιο προωθημένη μορφή αντιεξέγερσης απέναντι στην ταξική πλευρά της ιρανικής εξέγερσης. Επιχειρεί να διασφαλίσει ότι δεν θα επεκταθεί προς ένα νέο κύμα ταραχών στις αραβικές χώρες και ότι κάθε νέα κρατική μορφή στο Ιράν, είτε πρόκειται για μια αναμορφωμένη εκδοχή της Ισλαμικής Δημοκρατίας είτε για μια φιλελεύθερη μοναρχία υπό τον Παχλαβί, θα συντρίψει τη μαχητική επαναστατική παράδοση του ιρανικού προλεταριάτου, που γέμισε τη χώρα με εργατικά συμβούλια και με την οποία πρέπει να αναμετριέται κάθε τόσο η Ισλαμική Δημοκρατία. Για την κλυδωνιζόμενη ισραηλινή κυβέρνηση, μια νίκη απέναντι στον προβαλλόμενο νούμερο ένα κίνδυνο του Ιράν αποτελεί κλασική μέθοδο αποκατάστασης της σταθερότητας, της νομιμοποίησης και της ισχύος του ισραηλινού κράτους, το οποίο προβάλλεται ως αναντικατάστατος προστάτης των ισραηλινών προλετάριων, ώστε αυτοί να συνεχίσουν να στοιχίζονται στο πλευρό του.

Ο περιφερειακός ιμπεριαλισμός του Ιράν εμπλέκεται άμεσα σε μια σειρά μαζικών σφαγών πληβείων: από τη γενοκτονία σουνιτών στον Συριακό εμφύλιο πόλεμο, μαζί με το καθεστώς Άσαντ και το ρωσικό ιμπεριαλισμό, και τις εκκαθαρίσεις σουνιτών στο Ιράκ μέχρι τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην Υεμένη ενάντια σε Σαουδική Αραβία και Η.Α.Ε. Επιπλέον έπαιξε κεντρικό ρόλο στη στρατιωτικοποίηση των αγώνων των Παλαιστινίων και, ευρύτερα, στην καπιταλιστική εκμετάλλευση του προλεταριάτου της Δυτικής Ασίας – μεταξύ άλλων, μέσα από τη στήριξη της Χαμάς και της Χεζμπολάχ. Αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν μηχανισμό πειθάρχησης και διαχωρισμού του προλεταριάτου στην καπιταλιστική προσταγή, που λειτουργεί συμπληρωματικά, σε ένα αλληλοτροφοδοτούμενο δίπολο, με τη στρατιωτικοποίηση που επιβάλλει το ισραηλινό κεφάλαιο.

Το ελληνικό κράτος συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη διαδικασία, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη θέση του μέσα στους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς, για να προωθήσει τα συμφέροντα του εθνικού κοινωνικού κεφαλαίου. Η στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ εντάσσεται σε αυτή τη στρατηγική, χωρίς να αναιρεί την ύπαρξη πολλαπλών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων μέσα στο διεθνές σύστημα (συμπεριλαμβανομένων της Ρωσίας και της Κίνας). Η συμμετοχή του σε στρατιωτικές αποστολές και διεθνείς επιχειρήσεις –όπως οι ναυτικές δυνάμεις που συγκροτήθηκαν για την προστασία των θαλάσσιων μεταφορών από κοινού με την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ισπανία (που, κατά τα άλλα, υποτίθεται ότι απέχει από τη σύρραξη)– συνδέεται με την ευρύτερη προσπάθεια διασφάλισης της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και των εμπορικών ροών σε παγκόσμια κλίμακα, στις οποίες το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο κατέχει ιδιαίτερα ισχυρή θέση και οι οποίες απειλούνται από την αντεπίθεση του κράτους του Ιράν. Η αποστολή ελληνικών φρεγατών και F-16 στην Κύπρο, καθώς και οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη πως «η Κύπρος αποτελεί βραχίονα του ελληνισμού» και πως «η αποστολή μας είναι αμυντική και ειρηνική», σε συνέχεια των δηλώσεων του Ν. Δένδια περί «τελευταίου ειρηνικού καλοκαιριού» και περί της προετοιμασίας της Ευρώπης για φέρετρα, προάγουν την ψευδή διάκριση περί «αμυντικών» και «επιθετικών» πολέμων και προετοιμάζουν την τάξη μας ώστε να γίνει πρόθυμα κρέας για τα κανόνια της πολεμικής μηχανής.

Ο μόνος δρόμος για την εργατική τάξη ώστε να εναντιωθεί στον καπιταλιστικό πόλεμο, είναι η άρνηση και η αλληλεγγύη, η μαζική λιποταξία, τα σαμποτάζ σε στρατιωτικές δομές, οι απεργίες και οι καταλήψεις ενάντια στην πολεμική οικονομία. Ο αντιπολεμικός αγώνας δεν μπορεί παρά να είναι κομμάτι του συνολικότερου αγώνα ενάντια στα κράτη, τα έθνη και τον καπιταλισμό, ενάντια στην ψευδαίσθηση της καπιταλιστικής «ειρήνης». Είναι ο αγώνας για την όξυνση του ταξικού πολέμου, ενάντια στην εθνική ενότητα που επιβάλλεται τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά του κράτους και της διαμεσολάβησης, με τη δεύτερη, αντί να εναντιώνεται στο έθνος και στον στρατό, είτε να προωθεί την απροκάλυπτη εθνικιστική ρητορική «όχι φαντάροι έξω από τα σύνορα αλλά φρεγάτες στην Κύπρο για την εθνική ασφάλεια» είτε να αναφέρεται στην «εξάρτηση της Ελλάδας» παρουσιάζοντας το ελληνικό κράτος ως ενεργούμενο. Προωθείται, έτσι, μια εναλλακτική γραμμή εθνικής ενότητας/ανεξαρτησίας υπέρ ενός άλλου σχεδίου καπιταλιστικής συσσώρευσης, ενώ πίσω από την «πασιφιστική» μορφή κρύβεται ένα εναλλακτικό μιλιταριστικό σχέδιο που θα δοκιμαστεί απέναντι στην Τουρκία ή αλλού. Είναι ο αγώνας απέναντι στη στρατοπεδική λογική που θέλει να προσδέσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου με την Ισλαμική Δημοκρατία, τους Παχλαβί ή ακόμη χειρότερα με την «εξαγωγή δημοκρατίας» του αμερικανικού ή του ρωσικού ιμπεριαλισμού, όλων αυτών των κρατικών δυνάμεων που τρέφονται από το αίμα της τάξης μας. Ο αντιπολεμικός-αντικαπιταλιστικός αγώνας περνά μέσα από τη διάρρηξη της ηθικολογικής αφήγησης περί ταύτισης των προλετάριων με τα εγκλήματα των κρατών τους ή περί «λευκού δυτικού προνομίου», αναδεικνύοντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη μας και ενισχύοντας τους αντιπολεμικούς αγώνες με πραγματικά ταξικό πρόσημο. Δεν υπερασπιζόμαστε κανένα κράτος και καμία πατρίδα. Ο μοναδικός μας ορίζοντας είναι η παγκόσμια προλεταριακή κοινότητα και οι αγώνες για την ενοποίησή της προς την κατεύθυνση της αυτοκατάργησής της μαζί με όλα τα κράτη, τα σύνορα και τις τάξεις.

Κανένας πόλεμος μεταξύ των προλετάριων – Καμία ειρήνη μεταξύ των τάξεων

Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση

Καλούμε σε ανοιχτή συνέλευση για τη διοργάνωση δράσεων την Τρίτη 10/3, 18.30 στον χώρο In Situ, Σπ. Τρικούπη 71.

06/03/2026

Σήμερα στις 20:00 στο In Situ, παρουσίαση του βιβλίου

Ζαν Μαλακέ – Κείμενα και Διηγήματα

24/02/2026

Εισήγηση για την προβολή της ταινίας του Γκυ Ντεμπόρ, In girum imus nocte et consumimur igni

IN GIRUM IMUS NOCTE ET CONSUMIMUR IGNI

ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΥΚΛΟΥΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ Η ΦΩΤΙΑ ΜΑΣ ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΙΖΕΙ

Είναι ωραία εκείνη η στιγμή όπου εξαπολύεται μια επίθεση εναντίον της τάξης του κόσμου.

Η ταινία In girum imus nocte et consumimur igni γυρίστηκε το 1978 από τον Γκυ Ντεμπόρ και ήταν η τελευταία του ταινία. Προβλήθηκε τρία χρόνια μετά γιατί καμία κινηματογραφική αίθουσα δεν δεχόταν να την προβάλει. Πριν από δέκα χρόνια, επιλέξαμε να την προβάλουμε στην πρώτη δημόσια εκδήλωση του εγχειρήματος Αντίθεση στην Αθήνα. Πρωτοπροβάλαμε αυτή την ταινία σε μια διαφορετική συγκυρία, σε ένα διαφορετικό αστικό και κοινωνικό τοπίο. Έκτοτε, όμως, τίποτα από όσα πραγματεύεται δεν ξεπεράστηκε. Αντιθέτως, η αλλοτρίωση της καθημερινής ζωής, η πλήρης εμπορευματοποίηση του χώρου και του χρόνου και η γενίκευση της κρατικής επιτήρησης και καταστολής έχουν λάβει ακόμα πιο ολοκληρωμένες και πιο επιθετικές μορφές.

Η σημερινή προβολή πραγματοποιείται με αφορμή το άνοιγμα του χώρου In Situ, σε μια Αθήνα που αποτελεί πεδίο αναδιάρθρωσης μέσα από την τουριστικοποίηση, τον «εξευγενισμό», την επιβολή ενός καθεστώτος μόνιμης στρατοπέδευσης των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας, την πολιτιστική εξημέρωση μέσω της κάθε μορφής μεταμοντέρνας ψευδοάρνησης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε προσπάθεια δημιουργίας χώρων συνάντησης και σκέψης για την ανατροπή αυτού του άθλιου κόσμου, του κόσμου του θεάματος, του κράτους και του κεφαλαίου δεν μπορεί παρά να είναι θέση μάχης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ταινία του Γκυ Ντεμπόρ δεν προβάλλεται εδώ στα πλαίσια της απόλαυσης ενός σινεφίλ θεάματος και της πλήξης που το συνοδεύει, αλλά ως αφορμή αναστοχασμού, κριτικής και αυτοκριτικής. Άλλωστε, αποτελεί για εμάς μια από τις σημαντικότερες συμβολές τόσο στην κριτική της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας όσο και στην αυτοκριτική της προλεταριακής δραστηριότητας άρνησης της καπιταλιστικής κοινωνίας με κινηματογραφικά μέσα.

Μέσα σε ενενήντα πέντε περίπου λεπτά, ο Γκυ Ντεμπόρ εξαπολύει μια καταιγιστική κριτική ενάντια σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής στον σύγχρονο καπιταλισμό: τάξεις και εξειδικεύσεις, εργασία και διασκέδαση, κινηματογράφο και διανόηση, ιδεολογία και κράτος. Το βασικό θέμα της ταινίας είναι όμως ο αφηρημένος και αλλοτριωμένος χωροχρόνος του κεφαλαίου και η έμπρακτη άρνησή του μέσα από τον μετασχηματισμό του σε πεδίο αγώνα και σύγκρουσης, με στόχο την «ολοσχερή καταστροφή αυτού του εχθρικού σύμπαντος για να το ανοικοδομήσουμε … πάνω σε άλλες βάσεις».

Για την ανάπτυξη της κριτικής πάνω σε αυτό το θέμα, χρησιμοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας η τακτική της εκτροπής-οικειοποίησης, δηλαδή η χρήση προϋπαρχουσών εικόνων μέσα σε ένα νέο κριτικό πλαίσιο, το οποίο προσδίδεται από τον καυστικό σχολιασμό του Ντεμπόρ. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει σε μια σκηνή της ταινίας: «Ιδού, λογού χάρη, μια ταινία όπου δεν λέω παρά μονάχα αλήθειες με εικόνες που είναι όλες ασήμαντες ή ψεύτικες· μια ταινία που περιφρονεί τη σκόνη των εικόνων που τη συνθέτει». Επομένως, η χρήση των εικόνων δεν γίνεται για την αισθητική αξιοποίησή τους αλλά ως μια μορφή κριτικής.

Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο και συντομότερο μέρος είναι αφιερωμένο στην κριτική της μιζέριας της καθημερινής ζωής των μισθωτών που εργάζονται στον κλάδο των υπηρεσιών και του νεκρού αφηρημένου καπιταλιστικού χωροχρόνου που της αντιστοιχεί, μέσα από την προβολή μιας σειράς εικόνων από τη διαφήμιση και από το αστικό τοπίο, οι οποίες σχολιάζονται δηκτικά από τον Ντεμπόρ. Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στη βιωμένη εμπειρία του χρόνου της σύγκρουσης με την καπιταλιστική κοινωνία και την αυτοκριτική της, μέσα από μια αυτοβιογραφική αφήγηση που ανατρέχει στην ιστορία των Λετριστών και της Καταστασιακής Διεθνούς αλλά και στην ιστορία του «ατίθασου υποκόσμου» που σύχναζε στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα κατά τη δεκαετία του ’50, στον οποίο ενέτασσε ο Ντεμπόρ και τον εαυτό του, «ανθρώπους πανέτοιμους να πυρπολήσουν τον κόσμο για να λάμψει περισσότερο».

Πρώτο μέρος: κριτική της καθημερινής ζωής και του αφηρημένου καπιταλιστικού χωροχρόνου

Στο πρώτο μέρος της ταινίας, προβάλλονται διαφημιστικές εικόνες που αναδεικνύουν την υποτιθέμενη χαρά της κατανάλωσης και της καθημερινής ζωής στον καπιταλισμό. Προβάλλονται οικογένειες που παίζουν, καταναλωτές σε σούπερ μάρκετ, στελέχη σε επαγγελματικά ταξίδια κ.ο.κ. Ταυτόχρονα, ο βιτριολικός σχολιασμός του Γκυ Ντεμπόρ αποκαλύπτει ότι αυτές οι εντυπωσιακές εικόνες αντιστοιχούν σε μια πραγματικότητα αλλοτρίωσης και υλικής εξαθλίωσης του κοινωνικού στρώματος που απεικονίζεται σε αυτές τις εικόνες, δηλ. του στρώματος των χαμηλόβαθμων μισθωτών στον κλάδο των υπηρεσιών, τους οποίους μάλιστα ταυτίζει με το κοινό του κινηματογράφου.

Εκτός από τον σχολιασμό, ο Ντεμπόρ χρησιμοποιεί και δύο τεχνικές χειρισμού της εικόνας για να ασκήσει κριτική. Η πρώτη τεχνική συνίσταται στο πάγωμα της εικόνας της ευτυχισμένης οικογένειας που παίζει στο καθιστικό (living room), μιας ψεύτικης εικόνας χαράς και ελευθερίας μέσα στο καπιταλιστικό θέαμα. Ο Ντεμπόρ χρησιμοποιεί την τεχνική του παγώματος της εικόνας για να αναδείξει την πραγματικότητα του παγωμένου και νεκρού χρόνου που αντιστοιχεί σε αυτήν. Μετά από λίγο, η εικόνα αυτή συνδυάζεται με την εικόνα ενός άδειου καθιστικού όπως αυτό φαίνεται από πάνω. Η δεύτερη τεχνική, που συνίσταται στην προβολή της κάτοψης του καθιστικού, αναδεικνύει τον αφηρημένο γεωμετρικό χώρο, το «πλέγμα» εντός του οποίου δομείται και περιορίζεται η καθημερινή ζωή μέσα στον καπιταλισμό σε αντίστιξη με την ψευδή εικόνα της ελευθερίας που επιδιώκει να προβάλλει η διαφήμιση, δηλαδή το θέαμα των καπιταλιστικών εμπορευματικών σχέσεων.

Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι ο Ντεμπόρ απευθύνεται άμεσα στο κοινό, το οποίο ταυτίζει με το στρώμα των ανθρώπων στο οποίο ασκεί κριτική στην ταινία. Δεν πρόκειται για την «παράλογη μίμηση μιας παράλογης ζωής, μια αναπαράσταση επινοητική στο να μη λέει τίποτα, επιδέξια να ξεγελάει για μια ώρα την πλήξη μέσα από τον αντικατοπτρισμό αυτής της πλήξης», όπως με οξύτητα καταφέρεται ενάντια στον κινηματογράφο, αλλά για μια σκληρή κριτική που έχει ως στόχο να «προσφέρει [στο κοινό] την επώδυνη υπηρεσία να του αποκαλύψει ότι η αρρώστιά του δεν είναι τόσο μυστηριώδης όσο νομίζει και ίσως ούτε αθεράπευτη – αν τυχόν κατορθώναμε μια μέρα να καταργήσουμε τις τάξεις και το Κράτος».

Δεύτερο μέρος: η βιωμένη εμπειρία του χρόνου της σύγκρουσης με την καπιταλιστική κοινωνία και η αυτοκριτική της

Το δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ξεκινά με τη «συνοικία όπου το αρνητικό είχε την αυλή του». Η συγκεκριμένη φράση αναφέρεται στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα όπου διαδραματίστηκε ο βίος και η δράση των Λετριστών και των υπόλοιπων μελών της «κακόφημης παρέας» με την οποία σχετίστηκε ο Ντεμπόρ στα νεανικά του χρόνια, όπου «μια ομάδα ανθρώπων αρχίζει να θεμελιώνει την πραγματική της ύπαρξη στην αποφασιστική άρνηση όσων είναι καθολικά αποδεκτά και στην πλήρη περιφρόνηση όσων θα μπορούσαν να προκύψουν απ’ αυτά». Η δραστηριότητα αυτής της ομάδας τίθεται σε άμεση αντιπαράθεση με τις προηγούμενες εικόνες της καθημερινής ζωής στην ταινία. Τίθεται σε αντιπαράθεση η βιωμένη εμπειρία του ρέοντος χρόνου της άρνησης της καπιταλιστικής κοινωνίας ως ελεύθερης δραστηριότητας απέναντι στον παγωμένο αφηρημένο χρόνο του καπιταλισμού που μετατρέπεται σε ελεύθερο χώρο για το εμπόρευμα.

Ωστόσο, ο Ντεμπόρ δεν φετιχοποιεί αυτή την εμπειρία, ούτε τη χρησιμοποιεί για να κατασκευάσει έναν μύθο γύρω από τον εαυτό του, σε αντίθεση με ό,τι του καταλογίζεται συνήθως. Αντιθέτως, από την αρχή μιλάει για έναν «λαβύρινθο» που ήταν «φτιαγμένος για να παγιδεύει τους ταξιδιώτες». Μιλάει για τη «στιγμιαία λάμψη» και την «επιθυμία μέσα στη νύχτα του κόσμου». Μιλάει για «έναν λαβύρινθο απ’ όπου δεν μπορείς να βγεις, συνδυάζοντας τόσο τέλεια τη μορφή και το περιεχόμενο της αιώνιας απώλειας: In girum imus nocte et consumimur igni. Κάνουμε κύκλους μέσα στη νύχτα και η φωτιά μας καταβροχθίζει».

Όπως γίνεται σαφές αυτή η «πρώτη φάση της σύγκρουσης» δεν ήταν απλώς τοπικά περιορισμένη αλλά διαδραματιζόταν μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού χώρου, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό. Γι’ αυτό τον λόγο, σε αυτή την ενότητα της ταινίας προβάλλονται αεροφωτογραφίες του Παρισιού. Επιπλέον, ο Ντεμπόρ αναγνωρίζει ότι επρόκειτο για μια σύγκρουση στην οποία είχαν προσδώσει όλα τα χαρακτηριστικά μιας στατικής αμυντικής στάσης. Απέναντι σε αυτό το μπλοκάρισμα προτάσσεται η απόπειρα της συνολικής κοινωνικής αλλαγής που έγινε τα επόμενα χρόνια με όχημα τη δημιουργία της Καταστασιακής Διεθνούς και με κορύφωση τον Μάιο του 1968. «Ενώ βλέπαμε την άμυνά μας να εξασθενίζει και το κουράγιο ορισμένων να κλονίζεται ήδη, μερικοί από μας σκέφτηκαν ότι θα ‘πρεπε αναμφίβολα να συνεχίσουμε, τοποθετούμενοι σε μια επιθετική προοπτική: κοντολογής, αντί να περιχαρακωθούμε στο συγκινησιακό οχυρό μιας στιγμής, να αναπτερωθούμε, να επιχειρήσουμε μια έξοδο, να προελάσουμε και να επιδοθούμε απλούστατα στην ολοσχερή καταστροφή αυτού του σύμπαντος για να το ανοικοδομήσουμε … πάνω σε άλλες βάσεις». «Να λοιπόν τι κάναμε όταν, βγαίνοντας από τη νύχτα, ξεδιπλώσαμε για μια ακόμη φορά το λάβαρο της “παλιάς καλής υπόθεσης” και προελάσαμε κάτω από τα πυρά του χρόνου».

Το παιχνίδι του πολέμου

Δεν είναι τυχαίο ότι στη συνέχεια της ταινίας ο Ντεμπόρ προβάλλει την εικόνα του «παιχνιδιού του πολέμου» που είχε ο ίδιος εφεύρει ενώ ταυτόχρονα αναφέρεται στα γραπτά του Σουν Τσου και του Κλαούζεβιτς. Πρόκειται για ένα παιχνίδι στο οποίο η κατάκτηση του εδάφους δεν έχει κανένα ενδιαφέρον – κι αυτό έχει μεγάλη πολιτική σημασία. Αντιθέτως, αυτό που μετράει είναι ο ελιγμός και η έκπληξη. Ταυτόχρονα, το έδαφος του παιχνιδιού είναι ένα γεωμετρικό πλέγμα, πράγμα που θυμίζει την κάτοψη του καθιστικού στην αρχή της ταινίας. Με αυτή την εικόνα και την αφήγηση που τη συνοδεύει, ο Ντεμπόρ υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από το πλέγμα των καπιταλιστικών σχέσεων, από τον καπιταλιστικό χωροχρόνο μέχρι τη συνολική τους κατάργηση. Η σύγκρουση γίνεται πάντα μέσα και ενάντια σε αυτές τις σχέσεις. Ούτε φυσικά μπορεί κανείς να επιλέξει το έδαφος της σύγκρουσης. «Όσοι δεν δρουν ποτέ νομίζουν ότι θα μπορούσε κανείς να επιλέξει εντελώς ελεύθερα το μέτρο της αρετής εκείνων που θα λάβουν μέρος σε μια μάχη, καθώς και τον χρόνο και τον τόπο του ακαταμάχητου και αποτελεσματικού πλήγματος. Δεν είναι όμως έτσι: ανάλογα με το διαθέσιμο υλικό και τις όποιες θέσεις είναι εκ των πραγμάτων πιο ευπρόσβλητες, εφορμά κανείς στη μία ή την άλλη μόλις αντιληφθεί μια ευνοϊκή στιγμή, αν όχι, εξαφανίζεται χωρίς να κάνει τίποτα».

Επομένως, τίθεται το διακύβευμα να μετασχηματιστεί το πλαίσιο του αφηρημένου καπιταλιστικού χωροχρόνου σε ένα πλαίσιο στρατηγικής, αγώνα και πολέμου ενάντια στην καπιταλιστική κυριαρχία.

Ειρήσθω εν παρόδω, ο Ντεμπόρ εκφράζει την εξαιρετικά σημαντική θέση ότι οι πρωτοπορίες δεν μπορούν παρά να αυτοδιαλύονται μέσα στην προλεταριακή εξέγερση, διαφορετικά τίθενται ενάντια σε αυτό που προηγουμένως υπεράσπιζαν. «Οι πρωτοπορίες έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής και ό,τι ευτυχέστερο θα μπορούσε να τους συμβεί, είναι να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους. Μετά απ’ αυτό οι μάχες διεξάγονται σε ένα ευρύτερο θέατρο επιχειρήσεων. Μπουχτίσαμε να βλέπουμε τα επίλεκτα σώματα εκείνα που, αφού έχουν επιτελέσει κάποιο γενναίο κατόρθωμα, αντί ν’ αποσυρθούν, παρελαύνουν επιδεικνύοντας τα παράσημά τους και στρέφονται κατόπιν εναντίον της υπόθεσης που είχαν υπερασπίσει». Η αφήγηση αυτή συνοδεύεται από την εικόνα της ελαφράς ταξιαρχίας που εφορμά.

«ΝΑ ΞΑΝΑΠΙΑΣΤΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ»

Η ταινία ολοκληρώνεται με την προτροπή «να ξαναπιαστεί από την αρχή». Δεν πρόκειται φυσικά για μια προτροπή να ξαναδεί κανείς την ταινία για να την καταλάβει καλύτερα. Αντιθέτως, ο Ντεμπόρ θέλει να τονίσει ότι οι εμπειρίες του επαναστατικού κινήματος των προηγούμενων δεκαετιών θα πρέπει να μελετηθούν εκ νέου και να ανακτηθούν από την ισοπέδωση του καπιταλιστικού χρόνου. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι θα μπορούσε να υπάρξει επανάληψη των ίδιων πραγμάτων ή κάποια ψευδοσυνέχεια. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει: «φρόντισα να δράσω έτσι ώστε καμιά ψευδοσυνέχεια να μη διαστρεβλώσει τον απολογισμό των επιχειρήσεών μας. Όσοι κάποια μέρα θα πράξουν ακόμα καλύτερα, θα δημοσιοποιήσουν ελεύθερα τα σχόλιά τους, τα οποία με τη σειρά τους, δεν θα περάσουν απαρατήρητα».

Η αποτυχία του επαναστατικού κινήματος των προηγούμενων δεκαετιών είναι ακριβώς η βάση για να καταπιαστούμε ξανά τόσο με τη δράση όσο και με τη θεωρία που σχετίζεται με αυτή. «Πρέπει να αναθεωρηθούν όλα εξαρχής, να διορθωθούν, ακόμα και να κατακριθούν για να φθάσουμε μια μέρα σε πιο αξιοθαύμαστα αποτελέσματα».

Η προτροπή αυτή αποκτά σήμερα ένα ιδιαίτερο βάρος. Δεν πρόκειται επίσης για ένα κάλεσμα επανάληψης, ούτε για μια μορφή νοσταλγίας, ένα κάλεσμα επιστροφής σε ένα ένδοξο φετιχοποιημένο ηρωικό παρελθόν. Δηλώνει, αντίθετα, μια ρήξη με κάθε μορφή αυτάρεσκης μνήμης και με κάθε προσπάθεια να μετατραπεί η εμπειρία της σύγκρουσης σε (πολιτισμικό) κεφάλαιο προς διαχείριση. Μέσα σε ένα αστικό και κοινωνικό περιβάλλον που έχει μετασχηματιστεί δραστικά εις βάρος μας, το ζήτημα είναι η δυνατότητα να σκεφτούμε και να συζητήσουμε πάνω στους αγώνες που είμαστε αναγκασμένοι να δώσουμε μέχρι την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κράτους και του κεφαλαίου, αναθεωρώντας κριτικά και αυτοκριτικά όλη τη συσσωρευμένη εμπειρία, για να ξυπνήσουμε από τον εφιάλτη στον οποίο μας έχει αλυσοδέσει η παράδοση όλων των νεκρών γενεών και της νεκρής εργασίας – ακόμη και αυτής που θεωρείται «δική μας».

Σε αυτή την προσπάθεια να ξαναπιαστούν όλα από την αρχή ανήκει, για εμάς, και η δημιουργία του αντιεξουσιαστικού κομμουνιστικού χώρου In Situ, στην οποία συμμετέχουμε και έχουμε τη χαρά σήμερα να οργανώνουμε την πρώτη εκδήλωση που πραγματοποιείται σε αυτόν.

Όπως αποδεικνύουν επίσης αυτές οι τελευταίες σκέψεις πάνω στη βία, δεν θα υπάρξει για μένα ούτε οπισθοχώρηση ούτε συμφιλίωση.

Η σύνεση δεν θα έρθει ποτέ.

Aντίθεση, 1/11/2016 – 13/2/2026

17/02/2026

Αυτή την Παρασκευή!

13/02/2026

"Άλλωστε, για όποια εποχή κι αν πρόκειται, τίποτα σημαντικό δεν ανακοινώθηκε ποτέ καλοπιάνοντας ένα κοινό"

Προβολή της ταινίας του Γκυ Ντεμπόρ, In girum imus nocte et consumimur igni με εισαγωγή από το αντιεξουσιαστικό κομμουνιστικό εγχείρημα Αντίθεση.

Σήμερα 13/2, στο In Situ, Σπύρου Τρικούπη 71 στις 20:00.

04/02/2026

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ 7/2 – 7/3

Σάββατο 7/2 13.00 – Μεσημεριανό άνοιγμα του χώρου για καφέ και κουβέντα

Παρασκευή 13/2 20.00 – Προβολή και κριτική παρουσίαση της ταινίας του Γκυ Ντεμπόρ In girum imus nocte et consumimur igni (Αντίθεση)

Παρασκευή 20/2 21.00 – Μπαρ με new wave, punk και experimental ηλεκτρονική μουσική

Παρασκευή 6/3 20.00 – Παρουσίαση της έκδοσης Ζαν Μαλακέ, Κείμενα και Διηγήματα (Αντίθεση)

Σάββατο 14/3 13.00 – Μεσημεριανό άνοιγμα του χώρου για καφέ και κουβέντα

19/01/2026

in situ
Αντιεξουσιαστικός Κομμουνιστικός Χώρος
στη Σπύρου Τρικούπη 71

Το in situ δημιουργείται στις αρχές του 2026, που το κέντρο της Αθήνας έχει υποστεί μια άγρια μετάλλαξη εξαιτίας της μετατροπής των χώρων συνεύρεσης των ανθρώπων σε κυριλοποιημένες ζώνες κατανάλωσης, χιπστεροποίησης και εκδίωξης των κατοίκων της περιοχής δια του εξευγενισμού, ο οποίος μαζί με τη σκληρή επιτήρηση και την καταστολή, καθιστά την ευρύτερη περιοχή μη βιώσιμη: ο κοινωνικός ιστός της περιοχής είναι σχεδόν διαλυμένος, οι όποιοι εναπομείναντες κοινωνικοί δεσμοί αλληλεγγύης φυτοζωούν και ένα αυταρχικό κράτος αλωνίζει ανεμπόδιστο καταστρέφοντας κάθε όψη της ζωής που πάλευε να αναστείλει την πλήρη υπαγωγή της στο κεφάλαιο και τους νόμους του.

Βέβαια, η ζοφερή κατάσταση του κέντρου της πόλης είναι μέρος μιας γενικότερης ζοφερής κατάστασης σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Η άνοδος του εθνο-λαϊκισμού, με αριστερό ή δεξιό πρόσημο, συχνά δεν αφήνει ανεπηρέαστες ούτε τις ταξικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θα έπρεπε να αντισταθούν απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Ομοίως, η άνοδος του επίκαιρου (μετα)φασισμού σε παγκόσμιο επίπεδο έχει φέρει με την πλάτη στον τοίχο τις δυνάμεις του ανταγωνιστικού κινήματος ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος, οι οποίες όταν δεν είναι αμήχανες μπροστά στα τεκταινόμενα, συχνά αφομοιώνουν (ακούσια ή ηθελημένα) κομμάτια του λόγου της ντόπιας αριστεράς, η οποία δεν τηρεί καν τα προσχήματα αμφισβήτησης του εθνικισμού και του πολέμου που βρίσκεται προ των πυλών.

Σε κάθε κρίση, κάθε εξέγερση, κάθε πολεμική σύρραξη ή πολεμική πράξη, το επαναστατικό όραμα και η επαναστατική κριτική παραγκωνίζονται πλήρως: «Είναι νωρίς να μιλάμε για επανάσταση». «Είναι ουτοπικό να μιλάμε για εργατικά συμβούλια». «Δεν έχει νόημα να κοιτάμε τους προλετάριους στις εμπόλεμες ζώνες και τους διεθνιστικούς δεσμούς που μπορούν να αναπτύξουν, αλλά τα κράτη που κάνουν τους πολέμους και τα συμφέροντά τους». «Στη δεδομένη συνθήκη το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ακολουθήσουμε το μικρότερο κακό και το πιο “ρεαλιστικό” σενάριο». «Ας περιμένουμε το “κατάλληλο” momentum για να θυμηθούμε την επανάσταση, την αταξική κοινωνία, την αλληλεγγύη – στην καθημερινή ζωή, όχι στα πληκτρολόγια και εκ του μακρόθεν».

Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρήσαμε ότι πρέπει να δημιουργήσουμε έναν χώρο στον οποίο όλα τα παραπάνω, και άλλα τόσα, θα συζητιούνται, θα γίνονται αντικείμενο ριζοσπαστικής κριτικής και επεξεργασίας, έτσι ώστε να διατηρηθεί η σπίθα της επαναστατικής επιθυμίας και της συνειδητής πράξης ζωντανή.

Το in situ φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν τέτοιο χώρο, κατ’ αρχάς για την κάλυψη των δικών μας αναγκών (θεωρητική επεξεργασία της παράδοσης του διεθνούς επαναστατικού κινήματος από τη γέννησή του ως τις μέρες μας, κατανόηση και παρέμβαση στην τρέχουσα συγκυρία, δράσεις αλληλεγγύης και πολλά άλλα), χώρο πολιτικής ζύμωσης και κρυστάλλωσης θέσεων των συλλογικοτήτων και των ατόμων που το απαρτίζουν, αλλά και χώρος συνάντησης και διαλόγου με συντρόφους και ανθρώπους της γειτονιάς. Στο πλαίσιο αυτό θα διοργανωθούν εκδηλώσεις (βιβλιοπαρουσιάσεις, προβολές ταινιών, συζητήσεις κ.λπ.), ενώ το in situ θα είναι επίσης ανοιχτό σε επιλεγμένες ημέρες και ώρες ως χώρος συνεύρεσης και επικοινωνίας.

Χαιρετίζουμε όλα τα εγχειρήματα στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων αλλά και σε άλλες γειτονιές της χώρας που με πείσμα και υπομονή επιμένουν να υπάρχουν και να αντιστέκονται, καθένα με την ιδιαιτερότητα και την αυτονομία του.

Γενάρης 2026

Want your business to be the top-listed Government Service in Athens?

Click here to claim your Sponsored Listing.

Location

Address


Σπύρου Τρικούπη 71
Athens
10683